Ερωτας για τη «Νάγικα» του βαγονιού

5' 5" χρόνος ανάγνωσης

Ηταν μια παρέα περίπου δέκα γυναικών. Επιβιβάστηκαν στον σταθμό της Αγιόντια. Η υγρασία του απογεύματος κατέκλυζε το βαγόνι και εκείνες είχαν το καλοκαιρινό σάρι ανεβασμένο μεσόκορμα αποκαλύπτοντας τη γυμνή μέση. Κάποιες είχαν τον αφαλό στολισμένο με ένα σκουλαρίκι. Δύο νεαρότερες είχαν γραμμένη στο δέρμα μια διακοσμητική γραμμή από χέννα.

Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι δεν ξεγελάστηκα (υπάρχουν φορές που το βλέμμα σού κάνει τη χάρη και νομίζεις ότι βλέπεις αυτό που επιθυμείς), αλλά θαρρώ ότι ξεχώρισα στο φως του βαγονιού μιανής το ρομαβελί. Ο ινδικός ερωτισμός είναι τόσο εξαντλητικά επίμονος, ώστε ονομάζει λεπτομέρειες που στη δύση παραμένουν ανώνυμες. Το ρομαβελί είναι η πιο αισθησιακή, αχνή κάθετη γραμμή της γυναικείας τριχοφυΐας. Ενα ίχνος που διαγράφεται για λίγα μόνο εκατοστά κάτω από τον αφαλό. Θυμόμουν αυτή τη λέξη από ένα μεσαιωνικό ποίημα του Βιντιακάρα, και την έψαχνα, πέρα από την ποίηση, να τη δω στη πραγματική ζωή.

Λιγνός μίσχος το ρομαβελί.

Κρυμμένος χαμηλά στην ήβη.

Το τραίνο ξεκίνησε και πάλι αργά. Τα σώματά μας υπέφεραν από την υγρασία. Ανοιξα το κουμπί της κούρτας μου και εκείνες ανέβασαν το σάρι στα γόνατα. Ενα ελάχιστο, αλλά αμοιβαίο γύμνωμα.

Είχε περάσει λίγη ώρα όταν εκείνη η συγκεκριμένη με το ιχνογραμμένο ρομαβελί σηκώθηκε από τη θέση της. Υπό την παρότρυνση των υπολοίπων, τράβηξε από το χέρι μια φίλη της, και άρχισαν διστακτικά να χορεύουν. Στην αρχή αργά και συγκρατημένα. Μια στιγμή μάλιστα δείλιασαν και έκαναν να καθίσουν, μα δεν τις άφησαν. Τα παλαμάκια και το τραγούδι δυνάμωσαν και οι κινήσεις έγιναν πιο επιδεικτικές.

Την έλεγαν Μάνγκλα, το κατάλαβα επειδή την ενθάρρυναν οι υπόλοιπες χρησιμοποιώντας το όνομά της. Πρέπει να ήταν γύρω στα τριάντα και είχε τα μαλλιά μαζεμένα σε κότσο. Δεν ήταν αντικειμενικά όμορφη, αλλά εξέπεμπε κάποια παράξενη γοητεία. Κάτι με τράβηξε στο χορό της. Ισως να ήταν ο τρόπος που περιορίζονταν οι κινήσεις της στον στενό χώρο του κουπέ και καθώς τη συνέπαιρνε το τραγούδι, επιθυμούσε να ξεσπάσει αλλά δεν μπορούσε και η εσωτερική ένταση του χορού της ολοένα δυνάμωνε.

Ηταν αδύνατον να κάνει χορευτικά βήματα ανάμεσα στα καθίσματα, στα πόδια των άλλων και στις βαλίτσες, κι έτσι χόρευε σχεδόν επιτόπου. Μετά βίας κατάφερνε να στρίψει το σώμα, κι ο χορός της επικεντρωνόταν στα λικνίσματα των γοφών, στις οφιοειδείς κινήσεις των γυμνών χεριών, στην κλίση του κεφαλιού και στο σήκωμα των ώμων.

Οι κινήσεις της ήταν αισθησιακές, αποκαλυπτικές ενός ερωτισμού αυθόρμητου και κατεξοχήν σωματικού. Εμοιαζε διαρκώς να προσκαλεί και να αποδιώχνει, να προκαλεί και να κρύβεται, να πλησιάζει και να απομακρύνεται, αλλά επιβεβαιώνοντας ότι τελικά θα δοθεί. Πολλές φορές έμοιαζε να παρασύρεται στη σαγήνη από το ίδιο της το σώμα, και δεν κοιτούσε τους άλλους, αλλά χαμήλωνε τα μάτια στα δικά της μέλη καθώς ξεπρόβαλαν μέσα από τα υφάσματα: τα γυμνά γόνατα, η μέση εκτεθειμένη στα βλέμματα μέσα από την πτύχωση του σάρι, η ωμοπλάτη καθώς γλιστρούσε το μεταξωτό ύφασμα στον ώμο. Ο λαιμός και τα μπράτσα.

Είχαν τραβήξει την προσοχή όλου του βαγονιού, αλλά εγώ κοιτούσα μόνο τη Μάγκλα. Εκείνη δεν μου έριξε ούτε ένα βλέμμα. Ή μάλλον πέρασε η ματιά της από επάνω μου κάμποσες φορές, αλλά δεν σταμάτησε. Εμοιαζε απορροφημένη. Αδυνατούσα να υποθέσω τις σκέψεις της. Εμεινα μόνο να φαντάζομαι το γυμνό σώμα κάτω από το σάρι.

Εμοιαζε με ζωντανή Νάγικα. Μια προσωποποίηση της Ινδής ερωμένης. Οπως εκείνες που κοσμούν τις μικρογραφίες των ινδικών ερωτικών ποιημάτων του μεσαίωνα ξαπλωμένες νωχελικά στην ύπαιθρο, πάνω σε πλούσια υφάσματα και μαξιλάρια. Με το κεφάλι φιλήδονα ριγμένο στο πλάι κάτω από διάφανο πέπλο και με τα μελαχρινά μαλλιά τους αφημένα στη βαρύτητα. Ετοιμες να αφεθούν.

Ανυπόμονες. Μισόγυμνες και επιβλητικές σαν τις συνοδούς των θεών. Φορούν χρυσά σκουλαρίκια στα αυτιά και τη μύτη. Ποταμούς βραχιόλια στους καρπούς, στα μπράτσα και στους αστραγάλους. Διαμαντόσχημο τίλακ από πολύτιμο πετράδι κοσμεί το μέτωπό τους. Το δέρμα τους είναι ολόλευκο, αψεγάδιαστο, δίχως πτυχώσεις καθώς ανασηκώνουν το κεφάλι αναμένοντας τον εραστή τους. Στήθη αφύσικα στητά, με προτεταμένες θηλές σκουρόχρωμες κάτω από ένα ελαφρύ τσάνγκρα-τσόλι, συνήθως γαλάζιο, ανεβασμένο στη μέση. Οι μηροί και η κοιλιά γυμνά, η ξυρισμένη ήβη ερεθισμένα ροδαλή, τα χείλη του αιδοίου τους δυσανάλογα ευδιάκριτα. Οι παλάμες και τα πέλματα ανοιχτά, βαμμένα με χέννα, να κοιτούν ψηλά σε συμβολικό καλωσόρισμα για τη συνουσία.

Μα όλα αυτά δεν θα σήμαιναν τίποτα αν τα μάτια τους δεν ήταν μισόκλειστα. Μάτια αμυγδαλόσχημα και καθαρά, με λεπτόμακρες απολήξεις στις άκρες του προσώπου, να κοιτούν ψηλά, με τις κόρες κρυμμένες κάτω από τα βλέφαρα. Αυτή η μικρότατη λεπτομέρεια, ένα ελάχιστο άγγιγμα της πένας του μικρογράφου, μια ρανίδα μελάνης, και η Νάγικα προδίδεται. Βρίσκεται ήδη σε ηδονή, προτού την αγγίξουν.

Ηταν σίγουρα μια υπερβολή, μια υπερβολή που εγώ επιθυμούσα να δω εκείνη τη στιγμή στο τραίνο για το Δελχί, αλλά η Μάνγκλα με το χορό της ενσάρκωνε η ίδια στο σώμα της τη γοητεία της Νάγικα. Με κάθε της κίνηση μεταμορφωνόταν σε ένα από τα οκτώ αρχετυπικά πρόσωπα: η Νάγικα που ετοιμάζεται για τη συνουσία, η Νάγικα που υποτάσσει τον εραστή της, που βασανίζεται από οίστρο, που φοβάται τον χωρισμό, η Νάγικα που σαγηνεύει, που θυμώνει, που ικανοποιείται, που απατά.

Το Βαρανάσι μάς περίμενε το επόμενο ξημέρωμα και η αμαξοστοιχία Σαντμπάβνα Εξπρές λικνιζόταν ρυθμικά σε κάθε ένωση των σιδηροτροχιών. Ο νυχτερινός αέρας έμπαινε σαν λυτρωτική ανάσα από τα ανοιχτά παράθυρα, τις πόρτες και τα ανοίγματα της οροφής.

Τότε, λίγα δευτερόλεπτα προτού πέσει η πρώτη σταγόνα, όλοι έξαφνα μυρίσαμε την επερχόμενη βροχή. Ο χορός σταμάτησε μεμιάς. Η Μάνγκλα έσκυψε έξω από το παράθυρο γελώντας.

Η πλάτη της γυάλιζε από τον ιδρώτα.

Ο μουσώνας ξέσπασε με σφοδρότητα, αλλά σιωπηλά. Δίχως βροντές και αστραποβολήματα. Λες και ήρθε με αγγλική ακρίβεια σε προκαθορισμένο ραντεβού. Χτύπησε το τραίνο καταπρόσωπο σαν να ήθελε να το επιβραδύνει και οι σταγόνες πλημμύρισαν το κουπέ στροβιλιζόμενες στον κενό χώρο, νοτίζοντας αυτοστιγμεί τα ήδη υγραμένα ρούχα μας.

Το υπόλοιπο εκείνου του ταξιδιού το κάναμε όλοι αποκαμωμένοι, υπνωτισμένοι από την υγρασία και το χαμηλόφωνο βουητό της βροχής.

Ο ύπνος σε εκείνο το τραίνο ήταν βαθύς και θερμός.

Σαν να κοιμόσουν ξαπλωμένος δίπλα σε ένα άλλο σώμα.

* Ο κ. Χρήστος Χρυσόπουλος είναι συγγραφέας. Το κείμενο είναι προδημοσίευση από το βιβλίο του «Το σώμα του Τιρθανκάρα», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Νεφέλη το φθινόπωρο. Τελευταίο του βιβλίο, το αθηναϊκό χρονικό «Φακός στο στόμα» (Πόλις).

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT