Γεννήθηκε στις Σέρρες. Σπούδασε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μουσική και παράλληλα ηχοληψία, στοιχεία ψυχοακουστικής και μέσα δισκογραφικής παραγωγής. Εχει γράψει και εκδώσει περισσότερα από διακόσια τραγούδια (τα μισά σε δικούς του στίχους). Εχει συνθέσει μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Με τις ιδιότητες του συνθέτη, στιχουργού, ενορχηστρωτή και καλλιτεχνικού επιμελητή παραγωγής έχει συνεργαστεί στο στούντιο και επί σκηνής σχεδόν με το σύνολο των δημιουργών, ερμηνευτών και μουσικών του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού. Δημιούργησε το Φεστιβάλ Αστυπάλαιας (άμισθος εθελοντής καλλιτεχνικός διευθυντής επί μια εικοσαετία). Είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Σερρών και σύμβουλος Πολιτιστικού σχεδιασμού της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Με την συγγραφική του ιδιότητα έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές και δύο μυθιστορήματα. Το πιο πρόσφατο, «Η καρδιά του Εκτορα», κυκλοφόρησε μόλις απός τις εκδόσεις ΜΙΚΡΗ ΑΡΚΤΟΣ.
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
«Ντόκτορ Φάουστους» του Τόμας Μαν (Πόλις), «Αμστερνταμ» του Ιαν ΜακΓιούαν (ΕΚδόσεις Πατάκη).
Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
Η ύπαρξη εξαιρετικά ρηξικέλευθης, υψηλού επιπέδου γυναικείας λογοτεχνίας στην Ιαπωνία του 11ου αιώνα: από την «Ιστορία του Γκέντζι» της Μουρασάκι Σικίμπου (Εκδόσεις Νύμφη).
Βρήκατε ποτέ τον μπελά σας επειδή διαβάσατε ένα βιβλίο;
Στην αρχή της Μεταπολίτευσης (1975), όταν «ομολόγησα» πως διάβαζα Νίκο Καζαντζάκη στην διευθύντρια του Λυκείου, η οποία ήταν σημαίνον μέλος παραθρησκευτικής οργάνωσης.
Περιγράψτε την ιδανική αναγνωστική συνθήκη.
Δεν πιστεύω πως υφίσταται. Διαβάζουμε επειδή αναζητούμε απόλαυση και απαντήσεις κάθε είδους. Αλλά αντιμετωπίζουμε το αρχέτυπο της ηράκλειας Λερναίας Υδρας: κάθε απάντηση γεννάει νέες ερωτήσεις και κάθε εκδοχή απόλαυσης νέα… βάσανα.
Υπάρχουν κάποια είδη λογοτεχνίας που προτιμάτε και άλλα που αποφεύγετε;
Δεν μπορώ να αποκλείσω κανένα είδος, δεν πιστεύω σε τέτοιες διακρίσεις. Η λογοτεχνία είναι ενιαία (εφόσον ασκείται από κορυφαίους «γραφιάδες» και όχι από υπηρέτες ευπώλητων κατασκευών που καμία σχέση δεν έχουν με την Τέχνη της Γραφής).
Τι είναι αυτό που σας συγκινεί περισσότερο σε ένα βιβλίο;
Η αποκαλυπτική διαύγεια της συγγραφικής πρόθεσης και το καλά προστατευμένο βάθος της.
Υπάρχει κάποιο αγαπημένο βιβλίο που θα θέλατε να γίνει ταινία;
Τα «Απομνημονεύματα του Αδριανού» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, έστω κάποια αποσπάσματα αυτού του σπουδαίου βιβλίου.
Εκφράζεστε κυρίως μέσα από τη μουσική. Τι σας προσφέρει η λογοτεχνία που δεν μπορεί να σας προσφέρει η μουσική;
Μια διαφορετική διαχείριση του χρόνου ροής. Ειδικά στο τραγούδι είναι ασφυκτικός (όσο και σημαντική δημιουργική πρόκληση) ο μινιμαλιστικός τρόπος ανάδειξης και διαχείρισης του θέματος μέσα σε…τρία λεπτά! Η «καθαρή μουσική» επιτρέπει πιο χαλαρούς χρόνους, αλλά δεν συνομιλεί (έτσι πρέπει) με συνειρμούς και τεχνικές της γλώσσας. Αρα μένει η λογοτεχνία. Αγαπώ πολύ την γλώσσα, έτσι η λογοτεχνία είναι το θεραπευτικό εργαλείο για την δημιουργική συνομιλία μαζί της, χωρίς τον… πέλεκυ του τρίλεπτου!
Γιατί χρειάστηκαν επτά χρόνια να ολοκληρωθεί «Η καρδιά του Εκτορα», τι σας παίδεψε;
Είναι ένα πολυσύνθετο μυθιστόρημα. Χρειάστηκε να αναζητήσω την καλύτερη (κατά την κρίση μου) προοπτική αφήγησης. Καθώς και την ακριβή τεκμηρίωση του σύνθετου ιστορικού πλαισίου. Οδυνηρή αλλά κρίσιμα λειτουργική η υπενθύμηση: «τίποτα δεν τελειώνει αν δεν τελειώσει», δηλαδή αν δεν ολοκληρωθεί μέσα σου.
Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης όταν θα έχει διαβάσει και την τελευταία σελίδα του βιβλίου;
Οταν θα φτάσει στο τέλος του βιβλίου, θα έχει σίγουρα αποφασίσει εκείνος. Πιθανόν κόντρα στην συγγραφική πρόθεση.
Αν η «Καρδιά του Εκτορα» ήταν ένα μουσικό έργο σας, ποια θα ήταν η μελωδία της;
Ισως ένα θέμα από το ανέκδοτο ακόμα συμφωνικό μου έργο «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’», που εμπνέεται και δανείζεται ποιητικά αποσπάσματα από το ομότιτλο ποιητικό αριστουργηματικό σύμπαν του Γιώργου Σεφέρη.

