Διαβάζοντας τη σύντομη «Αυτοβιογραφία» του Μπορίς Παστερνάκ που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη (μετάφραση Αλεξάνδρας Δ. Ιωαννίδου) θυμήθηκα μια έκδοση, στα ελληνικά, από τη δεκαετία του 1960, του «Δόκτορος Ζιβάγκο». Τότε έκανε θραύση. Είχε βοηθήσει και η ταινία, με τα λαμπερά πρόσωπα και την αξέχαστη μουσική, αλλά ήταν και το κλίμα εποχής. Οι εκδόσεις Πατάκη προγραμματίζουν νέα έκδοση του «Δόκτορος Ζιβάγκο» (σε μετάφραση πάλι Αλεξάνδρας Δ. Ιωαννίδου) και μένει να δούμε πόσα από τα βιβλία που κάποτε είχαν αγαπηθεί πολύ μπορούν να έχουν τύχη με τις νεότερες γενιές αναγνωστών.
Τα πολλά λογοτεχνικά βιβλία που μεταφράζονται στα ελληνικά, ακόμη και από γλώσσες περιορισμένης διάδοσης αλλά σημαντικής παράδοσης, απηχούν αυτό που συμβαίνει διεθνώς, με τη μεγάλη, ενοποιημένη αγορά. Θα έχει ενδιαφέρον να δει κανείς ποιοι συγγραφείς θα διαβάζονται ακόμη το 2050 ή το 2100 ή πώς θα εξελιχθούν οι κύκλοι ενδιαφέροντος που αυξομειώνουν τη γοητεία κάποιων ονομάτων.
Αναδύεται ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Δημοφιλείς συγγραφείς του 20ού αιώνα, που διαβάζονταν με πάθος από εκατομμύρια αναγνώστες, αλλά δεν πέρασαν στον «κανόνα», έχουν λίγο-πολύ εκτοπιστεί και παραμένουν σχεδόν άγνωστοι για τους νεότερους αναγνώστες της εποχής μας. Ο Παστερνάκ όπως και άλλοι ποτέ δεν ξεχάστηκαν, αλλά άλλη δύναμη είχαν πριν από 50 και 60 χρόνια. Υπήρχαν ονόματα μιας ευρύτερης λογοτεχνίας που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο μεγάλο, μεσοαστικό κοινό σε όλον τον κόσμο.
Η σχετικότητα της δημοτικότητας των συγγραφέων είναι ένας δείκτης πολιτιστικών κινήσεων, έκθεσης σε ρεύματα και ιδέες, καθώς και εκδοτικής ωριμότητας. Οταν η ελληνική εκδοτική αγορά ήταν ακόμη αδύναμη και επιλεκτικά μόνο προσέφερε στο κοινό κάποιες μεταφράσεις νέων λογοτεχνικών έργων, υπήρχε μια καθιερωμένη βεντάλια συγγραφέων του 20ού αιώνα που οι Ελληνες αναγνώστες αγαπούσαν ιδιαίτερα.
Ονόματα που είχαν κάνει θραύση σε όλη την Ευρώπη, όπως η Φρανσουάζ Σαγκάν (με το «Καλημέρα, θλίψη» το 1954), δύσκολα πλέον διαβάζονται, καθώς σπάνια θα δει κανείς μια νέα έκδοση. Οι γνώστες της λογοτεχνικής ιστορίας θυμούνται πως στην Ελλάδα άρεσε επίσης πολύ και ο Αντρέ Μωρουά (για τα μυθιστορήματα και τις βιογραφίες του), όπως και ο Στέφαν Τσβάιχ, ο οποίος όμως τα τελευταία 20 χρόνια έχει γνωρίσει μια εντυπωσιακή αναβίωση που αξίζει να αναλυθεί αυτοτελώς.
Στην Ελλάδα μεγάλη διείσδυση είχαν παλιά τα βιβλία της Περλ Μπακ, του Εριχ Μαρία Ρεμάρκ, της Δάφνης Ντυ Μωριέ, του Χάουαρντ Σπρινγκ, του Κρόνιν, του Λόιντ Ντάγκλας ή του Σόμερσετ Μωμ. Ακόμη και στα καροτσάκια με κακότεχνα εξώφυλλα και ενδεχομένως προβληματικές μεταφράσεις, θα έβρισκες Τολστόι, Φλωμπέρ και Μπροντέ. Η λαϊκότητα της λογοτεχνίας είχε δύναμη. Η εξέλιξη του φαινομένου στην εποχή μας έχει επιπλέον ενδιαφέρον λόγω του ανταγωνισμού που έχει η απρόσκοπτη βύθιση στον κόσμο ενός βιβλίου.

