«Μου άρεσε ο Κάφκα, αλλά κυρίως με ιντρίγκαρε η ιδέα τού να μας κλείνουν σ’ ένα υπόγειο και να κάνουν μεταμεσονύκτιες αναγνώσεις. Ανυπομονώ να ξαναγίνει», λέει η Τζίνα αμέσως μετά το τέλος του «Κάφκα Υπογείως», της εκδήλωσης που είχε αναγγείλει το βιβλιοπωλείο Μονόκλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κάποιος αν οι παρευρισκόμενοι γνωρίζονταν από πριν ή αν τους ένωσε σε μια παρέα το υβριδικό θέαμα –περφόρμανς, θεατρικό αναλόγιο και βιβλιοπαρουσίαση– που είχαν παρακολουθήσει λίγο πριν. «Η ιδέα της ουσιαστικής συνύπαρξης, έστω και για λίγο, με αφορμή ένα κείμενο, είναι στον πυρήνα αυτής της δράσης», εξηγεί ο συγγραφέας Νικήτας Σινιόσογλου, που μαζί με τον Αντώνη Τσόκο, ιδιοκτήτη του Μονόκλ, ποιητή και εκδότη, οργάνωσαν αυτήν τη βραδιά ανάγνωσης.
Η ατμόσφαιρα
Το ραντεβού με τους βιβλιόφιλους είχε δοθεί για το Σάββατο 30 Μαΐου, στις 23.59. Με τελικό Champions League στους τηλεοπτικούς δέκτες και εν μέσω τριημέρου, δεν φανταζόμουν πως θα είχε μεγάλη τύχη το κάλεσμα αυτό. Τελικά, κάθε γωνιά ήταν πιασμένη, ενώ κόσμος καθόταν ακόμα και κατά μήκος της στενής, σιδερένιας σκάλας.

Στο υπόγειο επικρατεί απόλυτο σκοτάδι αλλά και ησυχία, μόνο η φωνή της ηθοποιού Δανάης Παπουτσή ακούγεται ενώ διαβάζει αποσπάσματα από το «Γράμμα στον πατέρα» του Τσέχου συγγραφέα, με ένα φακό αναμμένο πάνω από τις σελίδες του βιβλίου της. Ακολουθεί ο Νικήτας Σινιόσογλου και έπειτα η ποιήτρια Αριάδνη Καλοκύρη, ενώ τελευταίος απαγγέλλει ο Αντώνης Τσόκος, κλείνοντας την αφήγηση με το «Ορνεο», από την ανθολογία «Γιοζεφίνε η αοιδός και άλλα διηγήματα». Ο Κωστής Χριστοδούλου, ο πέμπτος της παρέας «Υπογείως», αρχαιολόγος αλλά και dj, ήταν αυτός που ενίσχυε την ατμόσφαιρα, επιλέγοντας να ντύσει μουσικά, με Μάιλς Ντέιβις, τις παύσεις ανάμεσα στις αναγνώσεις.
Η ιδέα της οργανωτικής ομάδας είναι η δράση «Υπογείως» να επαναλαμβάνεται κάθε μήνα, επικεντρώνοντας σε διαφορετικά, κάθε φορά, έκκεντρα λογοτεχνικά κείμενα.
Ο Αντώνης Τσόκος εφάρμοσε πρώτη φορά την ιδέα της μεταμεσονύκτιας βιβλιοπαρουσίασης πριν από δύο χρόνια. «Ηταν Τετάρτη και δεν είχα ιδιαίτερες προσδοκίες, και ένας-δύο να έρθουν θα σημαίνει κάτι. Ηρθαν δώδεκα και έτσι σκέφτηκα πως υπήρχε χώρος για μια διαφορετική προσέγγιση στο βιβλίο». Πριν από ένα μήνα φιλοξενήθηκε στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου η παρουσίαση της νουβέλας του Νικήτα Σινιόσογλου «Απομονωτήριο λοιμυπόπτων ζώων» (εκδόσεις Κίχλη). «Ηθελα να δουλέψουμε με την ιδέα του εγκλεισμού, αλλά και να ξεφύγουμε από το μοντέλο της στημένης βιβλιοπαρουσίασης. Ετσι σκεφτήκαμε το υπόγειο», εξηγεί ο Σινιόσογλου. «Θέλαμε να ξεβολευτεί ο κόσμος, να νιώσει ότι δεν είναι όλα τόσο ελεγχόμενα και άνετα. Να υπάρχει μια αίσθηση ελεγχόμενης δυσφορίας, από την οποία μπορεί να προκύψει κάτι δημιουργικό», συνεχίζει.

Και το επόμενο βήμα; «Αυτό είναι ένα πείραμα εν εξελίξει, μπορεί να προχωρήσει ή και να ατονήσει έπειτα από κάποιες φορές. Εγινε απροσχεδίαστα, μας γοήτευσε και εμάς αυτή η μοναδική συνθήκη που δημιουργείται καθώς μετέχουμε σε μια ανάγνωση χωρίς τους συνήθεις αντιπερισπασμούς. Δεν μπορείς να ανοίξεις κινητό, να συνομιλήσεις με τον διπλανό σου, να κυνηγάς το γκαρσόνι για να παραγγείλεις. Είσαι εκεί μόνο για να ακούσεις, να βυθιστείς σε μια ιστορία», δηλώνει ο Νικήτας Σινιόσογλου. «Δεν διαχωρίζονται οι ρόλοι, σε αυτόν που διαβάζει και σε αυτόν που εισπράττει μια αφήγηση», συμπληρώνει και η Αριάδνη Καλοκύρη. «Είμαστε όλοι μαζί σε αυτήν την ιδιαίτερη συνθήκη, στριμωγμένοι, σιωπηλοί, κλεισμένοι μέσα στο κείμενο, μοιραζόμαστε ένα κοινό βίωμα», λέει, επιβεβαιώνοντας και τα σχόλια των θαμώνων που μιλούσαν για «συνωμοτική συνάντηση» αλλά και «κατανυκτική ατμόσφαιρα».
Η νοοτροπία
Η ιδέα της ομάδας είναι να επαναλαμβάνουν τη δράση κάθε μήνα, επικεντρώνοντας σε κείμενα έκκεντρα, που μπορούν να διαβαστούν με πολλούς τρόπους, αγγίζοντας για διαφορετικούς λόγους τους ανθρώπους.
«Αυτό που είναι σημαντικό είναι να αναδεικνύεται το κείμενο, χωρίς να κατευθύνουμε μια συζήτηση. Aλλωστε συχνά στις βιβλιοπαρουσιάσεις η κατάσταση ξεφεύγει, πολλοί από αυτούς που κάθονται στο πάνελ μιλούν περισσότερο από όσο χρειάζεται. Το χάνεις το ακροατήριο έτσι, μια-δυο βαριούνται, έπειτα από 10 λεπτά δεν σε παρακολουθεί κανείς», τονίζει ο Τσόκος. Στο «Υπογείως» η διάρκεια είναι συγκεκριμένη, 30-40 λεπτά, και η σκηνοθεσία αρκείται στα πιο απλά υλικά, σε έναν χαμηλό φωτισμό και στην ανθρώπινη φωνή. «Είναι μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η σχέση μας με τη λογοτεχνία, ακόμη και αν αυτό γίνεται προχωρημένες ώρες», επισημαίνει ο Σινιόσογλου.

