Ενα γενικό ερώτημα, που απηχεί την αγωνία πολλών: Υπάρχει άραγε τρόπος ο άνθρωπος του δημιουργικού γραπτού λόγου να «μονωθεί» απέναντι στην επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης; Να μην επηρεαστεί, να μην αλλοιωθεί η σχέση του με τον κόσμο της γραφής και της ανάγνωσης; Σε ατομικό επίπεδο, η απάντηση είναι θετική. Ναι, μπορεί κάποιος να συνεχίσει να γράφει σαν τίποτε να μην έχει αλλάξει – μπορεί μάλιστα να επιστρέψει στο μολύβι, αν το θέλει, ή στην πένα, αν του ταιριάζει, κάτι που πολλοί ισχυρίζονται πως θα έχει θετικές συνέπειες και στην ποιότητα του γραπτού.
Πολλοί φίλοι λογοτέχνες αναζητούν παρηγοριά σε τέτοιες σκέψεις, και δεν τους αδικώ: Οταν όλα όσα πρέσβευες αρχίζουν να καταρρέουν, όταν η πίστη σου στη μοναδικότητα της ανθρώπινης φωνής, είτε ταλέντο την ονομάσουμε, είτε έμπνευση, είτε χάρισμα, αμφισβητείται μέρα τη μέρα, ακόμη και η «μαγική σκέψη», η πίστη δηλαδή ότι οι λέξεις μέσα στο κεφάλι σου διαθέτουν τη δύναμη να ανασχέσουν μια δυσάρεστη πραγματικότητα, είναι θεμιτό καταφύγιο. Οχι όμως για πολύ, όχι για πολλούς. Ο κόσμος μας έχει ήδη αλλάξει κι αυτό που φαίνεται πως θα ζούμε, όλο και πιο τραυματικά οι περισσότεροι, είναι η σταδιακή επίγνωση του πόσο βαθιές και πόσο ριζικές είναι αυτές οι αλλαγές, καθώς οι παλιές βεβαιότητες θα σαρώνονται.
Είναι επίσης λάθος να εστιάζουμε την προσοχή μας, όπως το κάνουμε συχνά, στις δυνατότητες των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων, προτάσσοντας ως αντίβαρο την καλή λογοτεχνία, τα υψηλά πρότυπα ή τους κλασικούς. Η συντριπτική πλειονότητα των βιβλίων μυθοπλασίας που τυπώνονται στις μέρες μας δεν είναι καν λογοτεχνικά έργα. Στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για συμβατικές δημιουργίες προς ικανοποίηση μετρημένων αναγνωστικών προσδοκιών: Να ξεχνιόμαστε (αισθηματικά), να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας (feelgood), να βυθιζόμαστε σε αφηγήσεις που μας είναι ήδη γνώριμες, αλλά τις αναζητάμε ξανά και ξανά σε νέα συσκευασία (τα περισσότερα αστυνομικά, θρίλερ και τρόμου που παράγονται σήμερα).
Ας το παραδεχτούμε: ο βαθμός ομοιομορφίας των βιβλίων που γράφονται και εκδίδονται με σκοπό να καταναλώνονται και στη συνέχεια να πετιούνται είναι ήδη πολύ μεγάλος. Κατά συνέπεια, η παραγωγή αυτών των έργων, αργά ή γρήγορα, θα μολυνθεί από τη χρήση των κατάλληλων γλωσσικών μοντέλων, που έχουν ήδη αποδείξει πόσο ικανά είναι στη μίμηση προτύπων και στον εντοπισμό μοτίβων.
Διαθέτει ο εκδοτικός κόσμος τρόπο εντοπισμού της χρήσης Τ.Ν. σε ένα κείμενο; Οι ειδικοί λένε πως δεν υπάρχουν αποτελεσματικά εργαλεία. Θέλει πραγματικά ο εκδοτικός κόσμος να εντοπίζει τη χρήση Τ.Ν. στα βιβλία που επιλέγει να εκδώσει; Τίποτε δεν δείχνει σε αυτήν την κατεύθυνση. Η πρόσφατη υπόθεση με τον εκδοτικό οίκο Hachette που απέσυρε μυθιστόρημα γιατί, τάχα, αντιλήφθηκε ότι η συγγραφέας (Μία Μπάλαρντ) είχε χρησιμοποιήσει ευρέως T.N., δεν είναι πειστική. Στοιχεία που έγιναν γνωστά στην πορεία έδειξαν ότι, εσωτερικά, ο εκδοτικός οίκος μάλλον γνώριζε περισσότερα. Το βιβλίο είχε ήδη μεγάλη δυναμική, υποσχόταν καλές πωλήσεις. Γιατί να τα σκαλίζει;
Συμπέρασμα: Η χρήση όλο και πιο σοφιστικέ μοντέλων αναμένεται να φέρει πλημμυρίδα νέων «έργων». Η συμμετοχή της «μηχανής» σε αυτά τα έργα είναι δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια ώστε να θέσουμε όρια στη χρήση της. Ο κατακλυσμός μιας ήδη κορεσμένης αγοράς με «φθηνά» βιβλία θα είναι η πρώτη επίπτωση. Καθώς η γραφή και η ανάγνωση θα οδηγούνται σε ένα καθοδικό σπιράλ, με καταστροφικές συνέπειες στην ικανότητα των νεότερων γενεών να κατανοούν και να γράφουν σύνθετα κείμενα, οι αναγνώστες που θα είναι σε θέση να ξεχωρίσουν το μέτριο από το κακό, το καλό από το μέτριο, και το εξαιρετικό από το καλό, θα σπανίζουν όλο και περισσότερο.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο συγγραφέας που αναζητεί την πρωτοτυπία, τη θέρμη της ανθρώπινης φωνής, ίσως νιώσει αποξενωμένος, αν όχι ματαιωμένος. Για αυτό, αξίζει όλες οι δημιουργικές δυνάμεις, συγγραφείς και εκδότες, που διεκδικούν την ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνία και την αγορά (κόντρα στην παντοδυναμία των τεχνολογικών κολοσσών), να διαφυλάξουν τον δικό τους ζωτικό χώρο, να οργανώσουν μια ριζικά διαφορετική πρόταση. Το πώς θα γίνει αυτό είναι το διακύβευμα των χρόνων που έρχονται.
*Ο κ. Κώστας Β. Κατσουλάρης είναι συγγραφέας, πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Αρθρο του Κώστα Κατσουλάρη στην «Κ»: Τι αξίζει ακόμη να γραφτεί (και να εκδοθεί)
Ενα γενικό ερώτημα, που απηχεί την αγωνία πολλών: Υπάρχει άραγε τρόπος ο άνθρωπος του δημιουργικού γραπτού λόγου να «μονωθεί» απέναντι στην επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης;
3' 11" χρόνος ανάγνωσης

