Μπέμπα, Λέλα, Σούλα – Ο αγοραίος έρωτας στην Αθήνα του 20ού αιώνα

Μπέμπα, Λέλα, Σούλα – Ο αγοραίος έρωτας στην Αθήνα του 20ού αιώνα

Μέσα από αρχεία της Ασφάλειας, υγειονομικά βιβλιάρια και μαρτυρίες γυναικών, ο Βασίλης Πισιμίσης ανασυνθέτει έναν κόσμο που λειτουργούσε επί δεκαετίες σχεδόν αθέατος, αλλά απολύτως ενταγμένος στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα

6' 58" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο αγοραίος έρωτας στην Αθήνα του 20ού αιώνα δεν αποτελεί μια περιθωριακή ιστορία «αποκλινόντων» ανθρώπων. Αντίθετα, είναι μια κανονικότητα που διατρέχει την πόλη, καταγράφεται συστηματικά στα κρατικά αρχεία και συνδέεται άμεσα με την οικονομία, τη μετανάστευση, τη φτώχεια και την κρατική διαχείριση της λεγόμενης ηθικής τάξης.

Αυτήν ακριβώς τη λιγότερο ορατή, αλλά βαθιά ενσωματωμένη πλευρά της αστικής ζωής φωτίζει ο συλλέκτης ιστορικών τεκμηρίων και μελετητής αποσιωπημένων κοινωνικών θεμάτων Βασίλης Πισιμίσης στο νέο του βιβλίο «Νύχτες με πατσουλί: Ο αγοραίος έρωτας στην Αθήνα τον 20ό αιώνα». Μέσα από φακέλους της Ασφάλειας, υγειονομικά βιβλιάρια, αλλά και μαρτυρίες γυναικών που σπάνια ακούστηκαν με τη δική τους φωνή, το βιβλίο αποτυπώνει μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη από τα στερεότυπα.

«Εξύμνηση του πορνικού βίου»

«Στις αρχές του 20ού αιώνα, συνοικίες με οίκους ανοχής λειτουργούν σε όλες τις μεγάλες πόλεις και στα λιμάνια της Μεσογείου που εξυπηρετούν κυρίως έναν κινητό ανδρικό πληθυσμό: ναυτικούς, στρατιώτες, εργάτες, εμποροϋπαλλήλους. Στην Αθήνα, αυτή η δραστηριότητα συνδέεται άμεσα με την επαρχία και τη φτώχεια», σχολιάζει ο κύριος Πισιμίσης. Η εικόνα αυτή γίνεται πιο κατανοητή μέσα από το αρχείο του Αριστοτέλη Κουτσουμάρη, που διετέλεσε τη δεκαετία του ’20 διευθυντής της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών.

Μπέμπα, Λέλα, Σούλα – Ο αγοραίος έρωτας στην Αθήνα του 20ού αιώνα-1
Η είσοδος ενός από τα παλαιότερα σπίτια της Αθήνας, που αδειοδοτήθηκε το 1954. (Αρχείο Βασίλη Πισιμίση) 

Το 1926 στην Αθήνα λειτουργούσαν 47 επίσημοι (όπως αναφέρονται) οίκοι ανοχής. Αντίστοιχα, το διάστημα 1928-1932 στην Αθήνα υπήρχαν 363 δηλωμένες γυναίκες που «εκπορνεύοντο επί χρήμασι». Οι 312 από αυτές έμεναν μόνιμα στους οίκους ανοχής, ενώ μόνο οι 51 είχαν δικό τους σπίτι. Πρόκειται κυρίως για νεαρά κορίτσια, ανάμεσά τους και ανήλικα, χωρίς καμία εργασιακή προστασία. Οι 63 από αυτές είχαν προϋπηρεσία ως υπηρέτριες. Το μορφωτικό τους επίπεδο είναι εξαιρετικά χαμηλό· 248 χαρακτηρίζονται αγράμματες, 108 είχαν στοιχειώδη μόρφωση και μόλις 7 μέση εκπαίδευση. Το αρχείο Κουτσουμάρη, που φυλάσσεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, καταγράφει ως βασικές αιτίες που τις ώθησαν στην πορνεία την παρότρυνση του εραστή ή τους μαστροπού τους, την εγκατάλειψη από εραστές, την υποχρέωση διατροφής γονέων, αλλά και την «εξύμνηση του πορνικού βίου» από μεσίτριες και γραφεία εύρεσης εργασίας.

Οι περισσότερες επέλεγαν κάποιο δισύλλαβο όνομα, όπως Μπέμπα, Λέλα, Σούλα. Ονόματα δηλαδή που δεν προδίδουν καταγωγή, οικογένεια, παρελθόν.

«Εκείνα τα χρόνια υπήρχαν στην Αθήνα γραφεία ευρέσεως εργασία όπου πολλές από τις διευθύντριές τους ήταν προαγωγοί και παραπλανούσαν τα κορίτσια με ωραία λόγια. Συνήθως τις έπειθαν πως θα το κάνουν για λίγο καιρό, το πολύ για έναν χρόνο. Οι καταγωγές των κοριτσιών αυτών αποτυπώνουν τη γεωγραφία της φτώχειας και της προσφυγιάς. Σημαντικό ποσοστό προέρχεται από τη Μικρά Ασία, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, ενώ άλλες από τη Στερεά Ελλάδα, το Αιγαίο, την Πελοπόννησο και τη Μακεδονία», εξηγεί ο κύριος Πισιμίσης.

Τα οικονομικά δεδομένα φωτίζουν ακόμη περισσότερο την πραγματικότητα. Στη δεκαετία του 1920, ο βασικός μηνιαίος μισθός ενός εργάτη κυμαίνεται γύρω στις 1.000 δραχμές. Την ίδια περίοδο, οι μηνιαίες απολαβές των γυναικών στους οίκους ανοχής εμφανίζονται να φτάνουν από 2.000 έως και 16.000 δραχμές, με τον μέσο όρο να κινείται μεταξύ 6.000 και 8.000 δραχμών. Κι όμως, από τις 363 γυναίκες, μόνο 28 δηλώνουν κάποια χρηματικά αποθέματα. Οι υπόλοιπες δεν διαθέτουν καμία αποταμίευση. Τα χρήματα είτε παρακρατούνται από μαστροπούς και διευθυντές οίκων είτε αναλώνονται άμεσα για επιβίωση, ένδυση, διαμονή, χρέη. Από τις 363 γυναίκες οι 74 δήλωσαν πως έχουν εραστή. Τα επαγγέλματα των εραστών; Κυρίως άεργοι, που έπασχαν από αφροδίσια νοσήματα και συχνά ήταν τοξικομανείς.

Μπέμπα, Λέλα, Σούλα – Ο αγοραίος έρωτας στην Αθήνα του 20ού αιώνα-2
Από το αρχείο ενός από τους παλαιότερους οίκους ανοχής της Αθήνας επί της οδού Κάνιγγος. (Αρχείο Βασίλη Πισιμίση)

Οσον αφορά τα αφροδίσια νοσήματα, καθοριστικός παράγοντας στην καταπολέμησή τους ήταν η ίδρυση το 1910 του νοσοκομείου «Ανδρέας Συγγρός». «Οι πρώτες γυναίκες που νοσηλεύτηκαν στο ειδικό τμήμα απομόνωσης για την αντιμετώπιση της σύφιλης ήταν οι πάσχουσες από τα Βούρλα, τα κρατικά πορνεία Πειραιώς», εξηγεί ο κύριος Πισιμίσης. «Παράλληλα, το βιβλιάριο υγείας των ιερόδουλων ήταν το βασικό εργαλείο ελέγχου τους και κάποια περίοδο ήταν υποχρεωμένες να περνάνε από γιατρούς δύο φορές την εβδομάδα. Αν δεν είχαν βιβλιάριο, δεν ήταν δηλαδή καταχωρισμένες και τις συνελάμβαναν σε κάποια πιάτσα, στην Ασφάλεια ακολουθούσαν την εξής τακτική: την πρώτη φορά προσπαθούσαν να τις συνετίσουν. Τη δεύτερη φορά ήταν πιο αυστηροί. Την τρίτη φορά τις καταχώριζαν από μόνοι τους και τους έβγαζαν και βιβλιάριο με τη φωτογραφία τους. Ωστόσο, τους έδιναν την επιλογή να μη δηλώσουν το πραγματικό τους όνομα, αλλά κάποιο ψευδώνυμο. Οι περισσότερες επέλεγαν κάποιο δισύλλαβο όνομα, όπως Μπέμπα, Λέλα, Σούλα. Ονόματα δηλαδή που δεν προδίδουν καταγωγή, οικογένεια, παρελθόν».

Μπέμπα, Λέλα, Σούλα – Ο αγοραίος έρωτας στην Αθήνα του 20ού αιώνα-3
Στην οδό Αθηνάς, τη δεκαετία του ’60.

Ενδεικτική είναι η ιστορία της Νταίζης, όπως τη διηγήθηκε στον συγγραφέα. Γεννημένη το 1944 στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσε σε ένα αυστηρό, ελεγχόμενο οικογενειακό περιβάλλον. Πατέρας ανώτερος αξιωματικός του στρατού, μητέρα προϊσταμένη σε δημόσια υπηρεσία. Οταν η Νταίζη έμεινε έγκυος εκτός γάμου, όλα κατέρρευσαν. «Το ξύλο που έφαγα θα το θυμάμαι για πάντα. Εβγαλε τη ζώνη και με χτύπαγε όπου έβρισκε μέχρι που λιποθύμησα», αφηγείται για τον πατέρα της. «Η μητέρα τού φώναζε πως θα με σκοτώσει, για αυτό σταμάτησε όταν λιποθύμησα – νόμιζε πως είμαι νεκρή». Στο νοσοκομείο απέβαλε. Οταν επέστρεψε σπίτι της ο πατέρας της ήταν ανένδοτος. «Ημουν ντροπή για την οικογένεια και έπρεπε να φύγω από το σπίτι». Με λίγα ρούχα και λίγα χρήματα που της έδωσε κρυφά η μητέρα της έφυγε. Ηταν 22 ετών. Κατέφυγε στην Αθήνα και δημιούργησε σχέση με έναν αστυνομικό. «Είπε ότι έπρεπε να συμβάλλω κι εγώ στα έξοδα που κάναμε. Ξεκίνησε να μου φέρνει τους φίλους του στο σπίτι και αυτός με μια δικαιολογία έφευγε». Η Νταίζη συνέχισε για τρία χρόνια να δέχεται κόσμο στο σπίτι. «Μετά πήγα μόνη μου και δηλώθηκα και άρχισα να δουλεύω στα σπίτια της Αθήνας».

Ετών 15 σε «κακόφημο οίκο»

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε ο Βασίλης Πισιμίσης, οι «ψυχοκόρες», ή αλλιώς τα δουλικά της αστικής Αθήνας, αποτέλεσαν επίσης δεξαμενή από την οποία θα αντλούνταν το «νέο αίμα» των οίκων ανοχής. «Στην επαρχία τα αγόρια τα κρατούσαν για τα χωράφια. Τα κορίτσια τα έστελναν στην Αθήνα για υπηρέτριες, για να έχουν τουλάχιστον τροφή και στέγη. Το καθεστώς δουλείας, η κακομεταχείριση και οι βιασμοί από τα αφεντικά, καθώς και η αδικία ήταν οι συχνότεροι λόγοι που ανάγκαζαν τα κορίτσια να εγκαταλείψουν τα σπίτια. Τα περισσότερα από αυτά ανήλικα, κατέληξαν σε αναμορφωτήρια και στη συνέχεια στην πορνεία».

Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα στις 22 Απριλίου 1960 της εφημερίδας «Αθηναϊκή». Αστυνομικοί εντοπίζουν σε οίκο ανοχής στην οδό Βουκουρεστίου ένα κορίτσι 15 ετών που δηλώνει 22. Γεννημένη σε ένα χωριό της Πελοποννήσου, ήρθε στην Αθήνα όπου στην αρχή δούλεψε ως υπηρέτρια, στη συνέχεια ως καθαρίστρια. Γνώρισε έναν παντρεμένο εικοσιπεντάχρονο, που με απειλές την οδήγησε σε οίκο ανοχής, να δουλέψει για λίγο καιρό «για να αγοράσουν ένα διαμέρισμα και έπιπλα»… Το κορίτσι κατέληξε έγκλειστο στο Αναμορφωτήριο Αμπελοκήπων.

Μπέμπα, Λέλα, Σούλα – Ο αγοραίος έρωτας στην Αθήνα του 20ού αιώνα-4
Εφημερίδα «Αθηναϊκή», 22 Απριλίου 1960.

Ο κύριος Πισιμίσης εξηγεί ότι καθώς κλείνουν οι χώροι του Πειραιά η Αθήνα απορροφά μεγάλο μέρος αυτού του κόσμου, με τα πορνεία να αυξάνονται. «Αρχές του ’68 που κλείσανε τον Πειραιά, οι περισσότερες γυναίκες ανέβηκαν στην Αθήνα». Οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί της κλίμακας: «Δηλωμένες είχε πεντακόσιες γυναίκες ο Πειραιάς. Και όταν ερχόταν ο στόλος, πλησίαζαν τις δύο χιλιάδες». Δεν μετακινήθηκαν όλες στην Αθήνα, αλλά περίπου οι μισές, και μαζί τους μεταφέρθηκαν οι πιάτσες, οι οίκοι ανοχής, οι ισορροπίες.

Από τα διάσπαρτα σημεία του παρελθόντος, η Αθήνα οδηγείται σε συγκεκριμένες ζώνες. Κάθε περιοχή έχει τον δικό της χαρακτήρα, τις δικές της τιμές και τους δικούς της κανόνες. «Το Μεταξουργείο ήταν το πιο οικονομικό, ενώ στη Φυλής υπήρχε το ενδεχόμενο να σου έκαναν και έλεγχο και να μη σου επέτρεπαν την είσοδο. Αντίστοιχα, η οδός Αθηνάς στο κέντρο κρατάει την πρώτη θέση της λίστας με τις πιάτσες των κοριτσιών, με τη Συγγρού να ακολουθεί. Καθώς υπήρξαν αντιδράσεις από τους κατοίκους, ήδη πριν από τη χούντα καθιερώθηκε η Επιχείρηση Αρετή. Κατά τη διάρκεια της χούντας υπήρξαν ξυλοδαρμοί και συλλήψεις, με κύριο στόχο τις τρανς, κυνηγητό που συνεχίστηκε και στη Μεταπολίτευση», καταλήγει ο κύριος Πισιμίσης. 

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, με την κατάρρευση των χωρών του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού και το άνοιγμα των συνόρων, το τοπίο αλλάζει ξανά. Στην Αθήνα αυξάνεται αισθητά ο αριθμός των αλλοδαπών γυναικών στους οίκους ανοχής αλλά και στους δρόμους, αυτή τη φορά προερχόμενων από οικονομικά ασθενέστερες χώρες. Οι διαδρομές διαφέρουν, οι μηχανισμοί όμως μοιάζουν γνώριμοι: φτώχεια, υπόσχεση εργασίας, εξάρτηση, έλεγχος. Ετσι κλείνει ο 20ός αιώνας. Οχι με το τέλος του αγοραίου έρωτα, αλλά με τη μετάλλαξή του.


*Το βιβλίο του Βασίλη Πισιμίση «Νύχτες με πατσουλί: Ο αγοραίος έρωτας στην Αθήνα τον 20ό αιώνα» (2025) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μωβ. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT