Από νωρίς το περασμένο Σάββατο οι θεατές άρχισαν να καταφθάνουν στο Αρχαιολογικό Πάρκο της Αρχαίας Μεσσήνης για να παρακολουθήσουν την παράσταση «Ορφέας και Ευρυδίκη» των Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ και Εκτόρ Μπερλιόζ, με την Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, υπό τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου. Η παραγωγή επέστρεψε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά στον εμβληματικό αυτό χώρο, επιβεβαιώνοντας τον ιδιαίτερο δεσμό που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και στην Αρχαία Μεσσήνη.
Σήμερα, το περιφραγμένο αρχαιολογικό πάρκο εκτείνεται σε περισσότερα από 400 στρέμματα και περιλαμβάνει χιλιάδες κινητά ευρήματα, αναστηλωμένα μνημεία και προσεγμένες διαδρομές περιήγησης, ελκύοντας τον επισκέπτη να το εξερευνήσει. Αυτό ήταν άλλωστε και το όραμα του αρχαιολόγου Πέτρου Θέμελη, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην ανασκαφή και την ανάδειξη της Αρχαίας Μεσσήνης, με τον τάφο του να βρίσκεται εντός του αρχαιολογικού χώρου ως μια συγκινητική υπενθύμιση της σχέσης ζωής που ανέπτυξε με τον τόπο.

Κατηφορίζοντας προς το αρχαίο θέατρο ο ήλιος έδυε πίσω από τους λόφους, λούζοντας με χρυσαφένιο φως τη μνημειακή στοά της κρήνης της Αρσινόης και το κοίλο του θεάτρου. Πολλοί θεατές επέλεξαν να μην καθίσουν στις κερκίδες, αλλά στο γκαζόν ψηλότερα, απολαμβάνοντας πανοραμικά τόσο την παράσταση όσο και την αρχαία πόλη που απλωνόταν μπροστά τους. Μέσα σε αυτό το μοναδικό φυσικό και ιστορικό περιβάλλον, η όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη» έμοιαζε να συνομιλεί οργανικά με τον χώρο.
«Πέρυσι είχαμε ανεβάσει τη “Νόρμα”, εμπνευσμένοι από τη Μαρία Κάλλας και τον τόπο καταγωγής της. Φέτος, όμως, ήταν ο ίδιος ο αρχαιολογικός χώρος που μας οδήγησε στην επιλογή αυτής της όπερας», μας είπε ο Γιώργος Πέτρου λίγο πριν από την έναρξη της παράστασης, τονίζοντας ότι «είναι ένα έργο βαθιά συγκινητικό και ιδιαίτερα λεπτοδουλεμένο. Κατά τη διάρκεια των προβών διαπίστωσα ότι δένει άψογα με το αρχαίο θέατρο».

Με τις εξαιρετικές ερμηνείες των διακεκριμένων σολίστ Τερέζας Ερβολίνο (Ορφέας), Μαρίας Κοσοβίτσα (Ευρυδίκη) και Μαριλένας Στριφτόμπολα (θεός Ερωτας), καθώς και τη συμβολή της Χορωδίας Δωματίου Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου, η παράσταση χάρισε στο κοινό μία υψηλού επιπέδου μουσική εμπειρία που καταχειροκροτήθηκε.

Η όπερα αφηγείται την προσπάθεια του Ορφέα να φέρει πίσω από τον Αδη την αγαπημένη του Ευρυδίκη, έχοντας μοναδικό όρο να μην την αντικρίσει πριν επιστρέψουν στον κόσμο των ζωντανών. Παρότι δεν καταφέρνει να αντισταθεί και την κοιτάζει, οδηγώντας την σε έναν δεύτερο θάνατο, το έργο του Γκλουκ ολοκληρώνεται αισιόδοξα, καθώς, σε αντίθεση με τον αρχαίο μύθο, οι δύο ήρωες επανενώνονται, χάρη στον θεό Ερωτα ο οποίος θέλει να ανταμείψει τον Ορφέα για τη σταθερότητα και την αγάπη του.

«Την εποχή της μπαρόκ όπερας, τον 18ο αιώνα, υπήρχαν βέβαια σπουδαίοι δημιουργοί, όπως ο Χέντελ και ο Βιβάλντι. Ωστόσο, η κυρίαρχη πρακτική έτεινε προς μία “διακοσμητική” αντιμετώπιση του δράματος. Η ιστορία έδινε απλώς την ευκαιρία στον συνθέτη να εκφράσει μουσικά τον θυμό, τον έρωτα ή οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα του ήρωα. Ετσι, η μουσική κυριαρχούσε, ενώ το ίδιο το δράμα περνούσε σε δεύτερη μοίρα», εξηγεί ο μαέστρος. «Ο Γκλουκ ήταν ο δημιουργός που αντιλήφθηκε αυτή την αδυναμία και αποφάσισε να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο έγραφε όπερα. Εστρεψε το ενδιαφέρον του στην ίδια την ιστορία, φροντίζοντας η μουσική να υπηρετεί και να αφηγείται το δράμα. Χρησιμοποίησε μια απλή πλοκή και έντυσε μουσικά κάθε λέξη, κάθε στιγμή και κάθε συναίσθημα των ηρώων. Για την εποχή του, αυτή η προσέγγιση ήταν πραγματικά επαναστατική», καταλήγει.

