Από τη νέα γενιά των γκαλεριστών, ο Χάικ Κουρδογλανιάν δεν ήταν απλώς το μήλο που έπεσε κάτω από τη μηλιά. Αν και προέρχεται από οικογένεια Σμυρνιών Αρμενίων που ήταν από τους πρώτους εν Αθήναις αρχαιοπώλες και μεγάλωσε με βιωματική γνώση για το λεπταίσθητο, εκείνος διάλεξε τον δικό του δρόμο. Στην αίθουσα τέχνης που έχει στον Λυκαβηττό προτείνει κάθε τόσο ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές δουλειές από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η συνεργασία του με την πεπειραμένη Ελένη Βαροπούλου –σπουδαία θεατρολόγο, μεταφράστρια, δοκιμιογράφο, κριτικό θεάτρου και τέχνης– δίνει άλλο βάθος στις εκθέσεις με την επιμελητική της δεινότητα. Εχει εκείνο το βλέμμα που σταθερά και αταλάντευτα οδηγεί στην ποιότητα, στην καίρια ενδοσκόπηση, στην εύρεση νοήματος.

Πριν από λίγες ημέρες εγκαινιάστηκε στην αίθουσα μια ατομική που αξίζει κανείς να δει διότι θα μπει σε μια σφαίρα ηρεμίας. Πρόκειται για την έκθεση της Μαρίας Φιλιππακοπούλου, η οποία μάλιστα μένει ανοιχτή έως και τις 11 το βράδυ, που σημαίνει ότι είναι μια τέλεια βόλτα λίγο πριν από ένα ωραίο θερινό σινεμά στο κέντρο.
Ποια είναι
Γεννημένη το 1973, με καλούς δασκάλους στην Ελλάδα –Πατρασκίδη, Χρηστάκη και Μπαμπούση– και γερές σπουδές στο εξωτερικό (Goldsmiths College), με κάτι βαθιά ελληνικό αλλά και κοσμοπολίτικο, η ζωγράφος αποφάσισε να μας παρουσιάσει μια σειρά από τοπία τα οποία δεν έχουν καθόλου την ανθρώπινη παρουσία. Πρωταγωνιστεί η φύση άχρονη και όμορφη, ιδανική σχεδόν διότι δεν υπάρχουν οπτικές οχλήσεις. Ακόμα και ένα γήπεδο ποδοσφαίρου με το καταπράσινο γρασίδι του αποκτά άλλη διάσταση. Τίτλος της έκθεσης, που ολοκληρώνεται στις αρχές Ιουλίου, είναι «Λαμπρό τοπίο του χρώματος» και στόχος της είναι να μας μεταφέρει νοερά μακριά από τη γεμάτη θόρυβο και εκνευρισμό Αθήνα.

Μια πόλη που έχει γίνει ασφυκτική κάθε καλοκαίρι από τη ζέστη αλλά και από τη φασαρία που βλάπτει συνεχώς τα αυτιά και τα μάτια. Μόνο ίσως τα βράδια, όταν όλα σκοτεινιάζουν και η όραση γίνεται ιμπρεσιονιστική, μπορεί κανείς να γαληνέψει λίγο.

Το νόημα της φύσης
Η Βαροπούλου εξηγεί στο εισαγωγικό σημείωμα την πρόθεση της ζωγράφου: «Τα τοπία της κάνουν λόγο για το μεταφορικό, ακόμη και το μαγικό νόημα της φύσης, για την ομορφιά του ελάχιστου, του άδειου χώρου, του μη προσδιορίσιμου τόπου». Και έχει απόλυτο δίκιο. Οι καθαρές γραμμές και οι φωτεινές επιφάνειες αποτυπώνουν λόφους, ποτάμια, ουρανούς και νερά, με σαφήνεια, αφαιρετικότητα, αλλά και με κολορίστικη διάθεση.

