Η λέξη που καλύτερα περιγράφει τη δεύτερη έκδοση του VIMA Art Fair (15-17/05) στη Λεμεσό είναι το «μπιζουδάκι» που άκουσα από το στόμα του Poka-Yio, ιδρυτικού διευθυντή της Μπιενάλε της Αθήνας. Μια φουάρ – κόσμημα που είχε μεγαλύτερη συγγένεια με φεστιβάλ παρά με εμπορική διοργάνωση. Το Vima το οποίο ξεκίνησε ως μια ρομαντική ιδέα πέρσι από τους Έντγκαρ Γκατζίεφ, Λάρα Κοτρελέβα και Ναντιέζντα Ζινόβσκαγια φέτος άνοιξε ακόμα περισσότερο τα φτερά του πλαισιώνοντας την curated έκθεση αλλά και τη φουάρ- στην οποία συμμετείχαν με πρόσκληση 26 γκαλερί, αναμεσά τους και 5 ελληνικές ( Can Christina Androulidaki Gallery, Citronne, Kalfayan, Eleni Koroneou και Sylvia Kouvali)- με perfomances, προβολές, ομιλίες, workshops, dj sets. «Πέρυσι υπήρχε μόνο η δική μας ενέργεια. Φέτος, συμμετέχουν πολλοί περισσότεροι άνθρωποι, από την τοπική σκηνή μέχρι κοινότητες και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς», λέει η Ζινοβσκάγια, εξηγώντας πως η διοργάνωση αρχίζει πλέον να αποκτά τη δική της δυναμική.

H φουάρ φιλοξενείται από την ίδρυσή της στους χώρους του The Warehouse by IT Quarter ενός συγκροτήματος πέτρινων κτιρίων με θέα τη Μεσόγειο. Χτισμένες το 1947 λίγο μετά την ίδρυση του Συνεργατικού Οργανισμού Αμπελουργικών Προϊόντων, οι αποθήκες αυτές αποτελούν σήμερα σημαντικό μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού. Στον αύλειο χώρο είχε οργανωθεί η κεντρική έκθεση με τίτλο «The Waves Crashing» και επιμελητή τον Κώστα Στασινόπουλο που πρόσφατα ανέλαβε Διευθυντής εκθέσεων και προγραμμάτων στο Kyklos, αφήνοντας τη θέση που διατηρούσε για περισσότερα από δέκα χρόνια ως υπεύθυνος των Live Programmes της γκαλερί Serpentine στο Λονδίνο. «Η ιδέα για αυτήν την έκθεση προέκυψε όταν επισκέφθηκα για πρώτη φορά το μέρος και άκουσα τα κύματα να σκάνε στην ακτή», εξηγεί στην αρχή της ξενάγησης προς τους δημοσιογράφους.
Τα κύματα μπορούν να προσλάβουν πολλές διαφορετικές σημασίες, υποστηρίζει. Μπορεί να είναι κύματα μετανάστευσης, αόρατα κύματα τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών, τα οποία διαπερνούν καθημερινά τον χώρο και επηρεάζουν τις ζωές και τα σώματά μας χωρίς πάντα να το αντιλαμβανόμαστε ή κύματα που αφορούν τα συναισθήματα και την Ιστορία. «Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η ιδέα ότι ένα κύμα ξεκινά από κάπου, αλλά ποτέ δεν γνωρίζεις πόσο μακριά θα φτάσει ή ποιον θα επηρεάσει. Μπορεί να διασχίσει τόπους, ανθρώπους και εποχές, αφήνοντας ίχνη που συχνά γίνονται αισθητά πολύ αργότερα». Όλες αυτές οι έννοιες αποτυπώθηκαν στα έργα της έκθεσης τα οποία κινήθηκαν ανάμεσα στην οικολογία, την τεχνολογία, τη μνήμη και τις ανθρώπινες σχέσεις. Στο έργο του Μανώλη Λαιμού, η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούσε ένα «κύμα» συνδεδεμένο με τη ναυτιλία και το πετρέλαιο. Οι ψάθινες κεραίες της Χρυσάνθης Κουμιανάκη παρέπεμπαν στα αόρατα δίκτυα επικοινωνίας, ενώ τα υβριδικά αλουμινένια πλάσματα του Ντιόγκο ντα Κρουζ αντλούσαν αναφορές από τη φύση και τη θαλάσσια ζωή. Η εγκατάσταση των Serapis Maritime, με δίχτυα, μεταχειρισμένα ρούχα και υφάσματα με τυπώματα πετρελαιοκηλίδων, μιλούσε για το θαλάσσιο εμπόριο και τα απόβλητα της σύγχρονης καταναλωτικής κουλτούρας, ενώ το έργο του Τζεφ Βάνγκερ- μια οκτακάναλη ηχητική εγκατάσταση βασισμένη σε ηχογραφήσεις σειρήνων σαν αυτές που υπάρχουν στα λιμάνια για να προειδοποιούν τα καράβια σε περίπτωση κακοκαιρίας ή ομίχλης – ακουγόταν στο χώρο σαν δυστοπικός βόμβος.

Στο εσωτερικό, το κλίμα ήταν τελείως διαφορετικό. Πολλοί σταματούσαν στα έργα από Havaiannas του Ζε Τεπεντίνο από τη γκαλερί Ιsabelle στο Ντουμπάι, στο εντυπωσιακό έργο του Σωκράτη Φατούρου, από ασφαλτική μεμβράνη στην Eins Gallery, σε μια εγκατάσταση με πουλιά στο Κorai Space της Μαρίας Λοιζίδου, στα έργα του Ντόνεφ στην Κalfayan, στα γλυπτά από ντόπια πέτρα της Ελίνας Ιωάννου στη Can, στον Ράκοβιτς με τον οποίο ξεκίνησε τελευταία συνεργασία η Green. Art. Gallery, αλλά και στο homage στην Κούλα Σαββίδου που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή στη Sylvia Kouvali. Κάποια έργα ξεπερνούσαν τις 60.000 ευρώ όμως τα περισσότερα κυμαίνονταν από 2.000 έως 6.000 ευρώ. «Είναι μια περιφερειακή φουάρ, μια ανερχόμενη αγορά, πρέπει να κινηθείς σε αυτά τα επίπεδα», αναφέρει η Χριστίνα Ανδρουλιδάκη, ενώ η Τατιάνα Σπινάρη- Πολλάλη στέκεται στη σημασία των ξεναγήσεων, της ενημέρωσης του κοινού αλλά και της θέσπισης βραβείου. Σε κάθε booth το κοινό μπορούσε να ψηφίσει τον καλλιτέχνη που προτιμούσε στο πλαίσιο του Audience Choice Grant by Mellow. Στο τέλος της διοργάνωσης, τρεις δημιουργοί έλαβαν από 3.000 ευρώ: η Ραμίνα Σααντατάν από την CUT ART στη Ρίγα, η Ιρανή Χανιέ Σολτανί από την Gallery 45 στη Λεμεσό και η Γεωργιανή Άνι Τόϊτζε από το Window Project στην Τιφλίδα. Η γκαλερί από τη Γεωργία είχε παρουσιάσει και στην περσινή διοργάνωση έργα της Τόϊτζε, τα οποία είχαν σημειώσει πολύ καλές πωλήσεις γι’ αυτό και επέστρεψε φέτος, ξεχωρίζοντας και πάλι στις προτιμήσεις του κοινού.

Σημαντική, όντως, ήταν και η ανταπόκριση του κοινού στις ξεναγήσεις. «Υπήρχε μια έμφαση στα artist run spaces και στην εγχώρια σκηνή», σχολιάζει η Ηλέκτρα Τσίντου που εκτελούσε χρέη ξεναγού. «Υπήρξε μέρα που με ακολουθούσαν εξήντα άτομα», σημειώνει. «Εμπλέκεις το κοινό με αυτόν τον τρόπο και με όλες αυτές τις δράσεις που γίνονται στο προαύλιο, τους κρατάς το ενδιαφέρον ζωντανό. Είναι σαν γιορτή εκεί έξω», προσθέτει και η Τατιάνα Σπινάρη- Πολλάλη.
Τα νούμερα ήρθαν να επιβεβαιώσουν την πρώτη εντύπωση. Συνολικά, λοιπόν, η δεύτερη διοργάνωση του VIMA υποδέχτηκε περίπου 5.200 επισκέπτες από την Κύπρο και το εξωτερικό, παρουσιάζοντας περισσότερους από 150 καλλιτέχνες από 20 χώρες. Σύμφωνα με τους διοργανωτές, οι πωλήσεις σχεδόν διπλασιάστηκαν σε σχέση με την περσινή πρώτη διοργάνωση, με τη μεγαλύτερη κινητικότητα να καταγράφεται κατά την preview ημέρα. «Αυτή τη στιγμή προσπαθούμε κυρίως να χτίσουμε ένα δίκτυο ανθρώπων γύρω από τη φουάρ. Για τα εμπορικά αποτελέσματα μπορούμε να μιλήσουμε ίσως σε δύο χρόνια», επιμένει η Ζινοβσκάγια, αναφέροντας ότι το επόμενο βήμα είναι η βαθύτερη σύνδεση της διοργάνωσης με την Ανατολική Μεσόγειο μέσα από διαλέξεις, έρευνα και νέες συνεργασίες.


