Ποιο θα είναι το μέλλον των Ρωμιών της Πόλης; Μια από τις πλέον ξεχωριστές συζητήσεις που έγιναν στο 11ο Φόρουμ των Δελφών είναι ένα θέμα που συγκινεί όλους τους Ελληνες. Από 150.000 μέλη κατά την περίοδο ακμής της κοινότητάς μας, τώρα φτάνουν περίπου στις 2.000 με την πλειονότητα να είναι άνω των 75 ετών. Κοινώς, από το 26% το 1900 του πληθυσμού της πόλης σήμερα είναι στο 0,01%. Και αν δεν γίνει κάτι δραστικό, τότε σε μερικά χρόνια η ιστορική παρουσία του ελληνισμού στη Βασιλεύουσα θα είναι σχεδόν «μουσειακό είδος», όπως είπε ευστόχως ο καλός συνάδελφος Μανώλης Κωστίδης που συντόνισε το πολύ ενδιαφέρον πάνελ.

Σε αυτό όλοι οι συμμετέχοντες έλκουν –όπως άλλωστε και ο ίδιος– την καταγωγή τους από την ιστορική αυτή κοιτίδα. Εχουν την έγνοια του τι θα γίνει, γνωρίζουν στο πετσί τους τη βιωματική καταγραφή της απίσχνανσης. Υπάρχει ελπίδα; Η απάντηση είναι ναι. Στους Δελφούς παρουσιάστηκε ένα πολύ λογικό σχέδιο ανάσχεσης που θα μπορούσε άμεσα να πραγματοποιηθεί. Αυτό ανέλυσαν ο επιχειρηματίας Βύρων Νικολαΐδης, ιδρυτής της εταιρείας PeopleCert, ο Αρης Πορτοσάλτε, δημοσιογράφος του ΣΚΑΪ και ο Νικόλαος Κόλμαν, CEO της εταιρείας Hemoglobin. Ο Κωστίδης, εκτός από τα δημοσιογραφικά του καθήκοντα μίλησε και ως αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Υποστήριξης Ρωμαίικων Κοινοτικών Ιδρυμάτων.

Το σκεπτικό είναι απλό. Τα τελευταία χρόνια ένα μεγάλο τμήμα της νεολαίας μας μεταναστεύει στο εξωτερικό για αναζήτηση καλύτερων οικονομικών συνθηκών. Η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή αποκάλυψε σε όλους πόσοι Ελληνες είχαν καταφύγει λ.χ. στο Ντουμπάι και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν λόγω της κατάστασης. Γιατί λοιπόν να μην ωθήσουμε νέους να δουν την Κωνσταντινούπολη των 20 εκατομμυρίων, μια mega city, πόλος έλξης για χιλιάδες ανθρώπους, ως προορισμό μετοίκησης; Ακόμα και ως προορισμό σπουδών με πτυχία σε αγγλικά, ελληνικά και τουρκικά, με αμοιβαία αναγνώριση πτυχίων;

Ολα αυτά δύνανται να προχωρήσουν με στοχευμένες ενέργειες που θα περιελάμβαναν υποτροφίες, αλλά και σωστά σχεδιασμένη πολιτική βοήθειας στη μετοίκηση, με φορολογικά κίνητρα και όχι μόνο. Η μελέτη της Ernst & Young στην οποίαν αναφέρθηκαν οι ομιλητές, διερευνά όλους τους πυλώνες που φέρνουν κοντά τα δύο έθνη από την οικονομία, τον τουρισμό ώς την επιχειρηματικότητα. Ενας νουνεχής ωστόσο θα αναρωτηθεί: Θα ήθελε η τουρκική κυβέρνηση (η οποία κάθε τόσο έχει τάσεις αναθεωρητισμού και παράλογες διεκδικήσεις) να δει τον πληθυσμό της ελληνικής κοινότητας να αυξάνεται στην Πόλη;

Οι τέσσερις ομιλητές συμφώνησαν ότι ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να τύχει της έγκρισης αλλά και της στήριξης της τουρκικής πλευράς, καθώς 10.000 Ελληνες θα ήταν μια σταγόνα στον πληθυσμιακό ωκεανό της Κωνσταντινούπολης. Οπως επισημάνθηκε όμως, η ενίσχυση της ομογένειας δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην επιχειρηματική και εμπορική δραστηριότητα, αλλά απαιτεί τη μετακίνηση εργαζομένων, οι οποίοι, με τη δημιουργία των κατάλληλων οικονομικών κινήτρων και διοικητικών ρυθμίσεων, θα εγκαθίσταντο στην Πόλη ώστε να συμβάλουν στη δημιουργία ενός βιώσιμου και αυτοτροφοδοτούμενου «οικοσυστήματος». Ο Αρης Πορτοσάλτε με τη σειρά του ανέδειξε τη βαθύτερη πολιτισμική και ιστορική διάσταση της αναβίωσης της Ρωμιοσύνης, υπογραμμίζοντας ότι το εγχείρημα δεν αφορά μόνο οικονομικούς και δημογραφικούς δείκτες, αλλά συνδέεται άρρηκτα με τη διατήρηση της γλώσσας, της παράδοσης, της πίστης και της συλλογικής ταυτότητας. Τόνισε την ανάγκη υπέρβασης των τραυμάτων του παρελθόντος και την προώθηση της συνύπαρξης, επισημαίνοντας ότι η νέα γενιά καλείται να αναλάβει ενεργό ρόλο στη διατήρηση της ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού στην Πόλη.
Μακάρι η ελληνική πολιτεία να έχει τα αυτιά της ανοιχτά σε τέτοιες πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να κρατήσουν τη φλόγα της ρωμιοσύνης αναμμένη και τους επόμενους αιώνες.

