Η τιμητική απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στη Βελγίδα Γκόντα φαν Στιν πριν από μερικές ημέρες ήταν μια σπουδαία πράξη ανταπόδοσης της ελληνικής πολιτείας σε μια γυναίκα που μας έχει προσφέρει πολλά σε επιστημονικό αλλά και σε ανθρώπινο πεδίο. Πρωτοήρθε ως απόφοιτη κλασικών σπουδών για να γνωρίσει την πατρίδα μας στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Επεσε πάνω στις τριπλές εκλογές και στις πολιτικές αναταραχές του 1989. Οι διαδηλώσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, τα ΜΜΜ σπανίως έφθαναν στον προορισμό τους από τις πορείες, η Αθήνα ήταν γεμάτη ένταση. Αντί να την τρομάξει το χάος, το βρήκε ενδιαφέρον. Εμαθε αναγκαστικά τα νέα ελληνικά στο πιτς φιτίλι: «Είχα έρθει για τον Παρθενώνα και ανακάλυψα τη σύγχρονη χώρα σε κάθε έκφανσή της. Ο,τι ήξερα για τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, το έβλεπα στον δρόμο! Ολα ήταν έντονα, το γέλιο, το κλάμα, η μανία με την πολιτική, η φιλοξενία, η ζωή η ίδια», θυμάται σε μια συνέντευξη που είχε δώσει πριν από χρόνια στην «Κ».

Η καριέρα της ως ελληνίστρια ξεκίνησε ουσιαστικά από τις ΗΠΑ και το Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, όπου ήταν κάτοχος της Εδρας Α. Ν. Κάσσα. Αργότερα, το 2018, διαδέχθηκε τον Ρόντρικ Μπίτον στην ιστορική Εδρα Κοραή στο Kings College, την οποία είχε ιδρύσει το 1918 ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Οταν ζούσε στην Αμερική, η Φαν Στιν έπεσε τυχαία πάνω σε μια από τις πλέον σκοτεινές ιστορίες της μετεμφυλιακής περιόδου μας. Ενας νεαρός ομογενής τής ζήτησε βοήθεια για να μεταφράσει κάποια έγγραφα που αφορούσαν την –υιοθετημένη από Αμερικανούς– Ελληνίδα μητέρα του. Ετσι, η Βελγίδα ανακάλυψε ψάχνοντας πως χιλιάδες βρέφη και νήπια από τη χώρα μας είχαν υιοθετηθεί με ταχύτατες (και ορισμένες φορές εντελώς παράτυπες) διαδικασίες από αμερικανικές οικογένειες και αργότερα από ολλανδικές, από το 1949 έως τη δεκαετία του 1970. Πίσω από τις υιοθεσίες-εξπρές που έγιναν με τις ευλογίες και τα στραβά μάτια του κράτους δρούσαν οργανωμένα κυκλώματα.

Πέραν της επιστημονικής δουλειάς της στο πανεπιστήμιο, η Γκόντα με ιώβειο υπομονή εξέτασε αρχεία και ήρθε σε επαφή με δημόσιες αρχές για να βοηθήσει εκατοντάδες άτομα που ήξεραν ότι είχαν ελληνική καταγωγή και πάσχιζαν να εντοπίσουν τις βιολογικές τους οικογένειες. Επρόκειτο για 60άρηδες που είχαν πια χάσει τους θετούς γονείς τους και ήθελαν διακαώς να ανακαλύψουν τις ρίζες τους. Πολλά ήταν παιδιά αριστερών ανταρτών, άλλα ήταν εκτός γάμου, κάποια από οικογένειες που δεν μπορούσαν να τα θρέψουν. Ομως η αναδίφηση σε ελλιπέστατα αρχεία και η εύρεση της αληθινής τους ταυτότητας ήταν άθλος. Αποτυπώθηκε στο βιβλίο της Φαν Στιν: «Ζητούνται παιδιά από την Ελλάδα: Υιοθεσίες στην Αμερική του Ψυχρού Πολέμου» από τις εκδόσεις Ποταμός.

Η συμπαράσταση της ελληνίστριας στην οδύσσεια των ανθρώπων αυτών ήταν συγκινητική, αλλά και αποτελεσματική. Οι πιο τυχεροί κατάφεραν να βρουν την άκρη και να επανασυνδεθούν με αδέλφια, ξαδέλφια και σόγια στην Ελλάδα. Παράλληλα στάθηκε κοντά τους στον αγώνα τους να αποκτήσουν –ως γεννημένοι στην Ελλάδα– την ελληνική ιθαγένεια. Μάλιστα, με κάποιους από τους εκπροσώπους τους η Φαν Στιν συνάντησε τον πρωθυπουργό, ο οποίος άκουσε με μεγάλη προσοχή τα αιτήματά τους. Και τα ικανοποίησε. Τι πιο δίκαιο, λοιπόν, από το να γίνει και εκείνη Ελληνίδα πολίτης για την αγάπη της στα ελληνικά γράμματα, στην ιστορία αλλά και στη σύγχρονη χώρα μας. Εισηγητές της πρωτοβουλίας αυτής ήταν ο Γιάννης Στουρνάρας, που έδωσε το «παρών» στην τελετή, η πανεπιστημιακός Κωνσταντίνα Καρακώστα, καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πατρών (το οποίο έκανε την Γκόντα επίτιμη διδάκτορα), και ο Αθανάσιος Μπαλέρμπας, γενικός γραμματέας Εσωτερικών και Οργάνωσης του υπουργείου Εσωτερικών.

