Η σκηνή έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό μου. Ημασταν με τη Λίζη Καλλιγά στο ιστορικό αρχοντικό της οικογένειας στις Σπέτσες ένα μεσημεριανό καλοκαίρι καμιά 20αριά χρόνια πριν. Ο ήλιος ήταν τόσο δυνατός που εξαφάνιζε τα χρώματα. Ο μικρός κολπίσκος με τους λουόμενους ακριβώς μπροστά από το σπίτι έμοιαζε με ασπρόμαυρη ταινία. Για να είμαι ακριβέστερη έμοιαζε με υπερηχογράφημα. Μέσα στο σκοτεινό των κυμάτων προέβαλαν άσπρα σημαδάκια. Αυτή η εικόνα της έδωσε το έναυσμα για μια ενότητα φωτογραφική και ζωγραφική, τους «Κολυμβητές»: «Με έναν περίεργο τρόπο η τέχνη σε βάζει στα βαθιά όλων των υπαρξιακών ερωτημάτων. Τον θάνατο αλλά κυρίως τη ζωή. Πόσο σοφά χειριζόμαστε τα δώρα της, πού αφιερώνουμε τον χρόνο μας;» μου έλεγε σε εκείνη τη συνάντηση. Προχθές η Λίζη μας άφησε αιφνιδίως. Στο άγγελμα του θανάτου της αισθάνθηκα πως όλα πάλι έχασαν το χρώμα τους. Αναπάντεχα. Δυο-τρεις μέρες πριν είχε ανεβάσει μια φωτογραφία με ολόχρωμα άνθη στο Facebook. Πού να φανταστούμε τι θα επακολουθούσε.

Καλλιτεχνική κλίση
Γεννημένη το 1943 στην Αθήνα με προγόνους αστούς που είχαν καλλιτεχνική κλίση (ο παππούς και η μητέρα της ζωγράφιζαν) παντρεύτηκε νωρίς και έκανε παιδιά πολύ νέα. Στα 30 της πια αποφάσισε να καταπιαστεί με το σχέδιο και φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών, μαθητεύοντας πλάι στον Κοκκινίδη και τον Γραμματόπουλο για ζωγραφική και χαρακτική αντίστοιχα. Τελικά όμως το μέσο που την εξέφρασε πιο πολύ απ’ όλα ήταν η φωτογραφία. Της έλυσε κυριολεκτικά τα χέρια για να φτάσει στο βάθος που εκείνη επιθυμούσε. Αυτό που την ενδιέφερε ήταν το πέραν από το προφανές. Οι αισθήσεις και το μάτι της ήταν ακονισμένα και παντού μπορούσε να ξετρυπώσει την ομορφιά, ακόμα και αν ήταν ένα τόσο δα κομματάκι από σπασμένο μωσαϊκό που βρήκε στην παραλία. Η ικανότητά της να συνθέτει νοήματα μέσα από την παρατήρηση, τα αντικείμενα και τα έργα που εκείνη έφτιαχνε, ήταν μοναδική.
Στην αρχή της πορείας της εστίασε στο γυναικείο σώμα, αλλά ύστερα πέρασε στον χώρο που μας περιβάλλει. Οπως η δουλειά της πάνω στην Ιερά Οδό, όπου περπάτησε τα 22 χιλιόμετρα που χώριζαν Ελευσίνα από Αθήνα, βγάζοντας φωτογραφίες. Την ίδια ευαισθησία είχε και η φωτογραφική ενότητα στην οποία κάλυψε τη μετοίκηση των αγαλμάτων της Ακρόπολης από το παλιό μουσείο στο καινούργιο. Τα γλυπτά προστατευμένα από ειδικά καλύμματα μεταμορφώθηκαν σε κάτι μυστηριακό. Η ιστορικότητα είτε των αρχαιολογικών είτε των προσωπικών χώρων –όπως οι Σπέτσες– ήταν η αγαπημένη της πρώτη ύλη. Από τα πλέον δύσκολα κεφάλαια της ζωής της ήταν μια πυρκαγιά που κατέστρεψε ολοσχερώς το καταπληκτικό σπίτι στο νησί, στο οποίο είχαν μεγαλώσει γενιές της οικογένειας. Και πάλι με πολύ κόπο κατάφερε να μεταβολίσει την απώλεια και να μετατρέψει τη μνήμη σε κάτι απτό και ιαματικό, δείχνοντας σε όλους μας πως μπορεί κανείς να εργαστεί πάνω στον ίδιο τον πόνο.
«Διαλέγω τι θα δω γύρω μου. Είμαι πολύ προσεκτική να μην μπλέκω σε αντιαισθητικές καταστάσεις. Προσπαθώ να μένω στον δικό μου κόσμο, ο οποίος, ευτυχώς, έχει πολλά πράγματα και πολύ ωραία», έλεγε. Και μέσα στην πανδημία ζωγράφισε υπέροχα άνθη. Καλό ταξίδι αγαπημένη μας Λίζη. Θα μας λείψει η φιλοσοφημένη σου καλοσύνη και το μοναδικό σου βλέμμα στη ζωή.

