Κατά σύμπτωση, το πατρικό μου είναι δίπλα στο «Χίλτον». Παιδάκι ακόμη, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του πατέρα μου, έβλεπα το παράξενο –σαν αγκαλιά– σουλούπι του και ήξερα ότι φτάνουμε στη γειτονιά. Το ξενοδοχείο ήταν άλλωστε «προέκταση» του σπιτιού μας, χώρος οικείος και ασφαλής, από εφηβικούς χορούς του Αρσακείου στις Εσπερίδες και νεανικές πρωτοχρονιές ξημερώματα στο Βυζαντινό, μέχρι ποτά και φλερτ στο Galaxy. Και ύστερα, στην επαγγελματική μου ζωή πια, ταυτίστηκε με συνεντεύξεις με προσωπικότητες στις σουίτες και στην πισίνα.

Στην πρώτη επίσημη παρουσίαση στους εκπροσώπους Τύπου του νέου «The Ilisian» την περασμένη Τετάρτη, πέρασα το κατώφλι με πραγματικό καρδιοχτύπι. «Κι αν δεν μου αρέσει η ανακαίνιση; Κι αν έχει γίνει ψηλομύτικο;», σκεφτόμουν, «πώς θα νιώθω γι’ αυτό το μέρος που αγαπώ τόσο πολύ;». Μπαίνοντας, συγκινήθηκα. Με περίμενε αριστοκρατικό, κομψό, προσεγμένο σε κάθε του λεπτομέρεια, με απόλυτο σεβασμό στο παρελθόν, που έχει καθορίσει εκατομμύρια Αθηναίους και έχει εγγραφεί στις αναμνήσεις τους. Ποιος απ’ όλους μας δεν έχει να πει μια προσωπική καταγραφή που να σχετίζεται με το ξενοδοχείο;

Η περιήγηση, που κράτησε πέραν της μιας ώρας, μας έφερνε τη μια ευχάριστη έκπληξη πίσω από την άλλη. Το λόμπι με τα έργα της Βερναδάκη και του Μόραλη, αλλά και μια προθήκη –σαν μικρό μουσείο τεκμηρίων– άγγιζε βλέμμα και καρδιά. Ακόμη και τα φωτιστικά που είχε σχεδιάσει ο ζωγράφος για το πρώτο «Χίλτον» κοσμούν τη ρεσεψιόν. Σε μια πόλη που έχει ταυτίσει τον εαυτό της με το αρχαίο κλέος, η αναδρομή στον αθηναϊκό μοντερνισμό του ’60 και το οικουμενικό ελληνικό γούστο που τότε πήρε σάρκα και οστά, είναι μια σοφή επιλογή με εθνικό χαρακτήρα.

Απέναντι στην ψευδεπίγραφη πολυτέλεια που κατατρώει τα μάτια μας παντού, ιδίως στα νησιά μας, στο «The Ilisian» στέκεται με στιβαρότητα η ίδια η ιστορία ενός ξενοδοχείου, που κόμισε το τολμηρό καινούργιο όταν πρωτοάνοιξε τις πόρτες του. Οι σουίτες είναι χάρμα οφθαλμών με φόντο τον Παρθενώνα, τα εστιατόρια με ελληνική και γαλλική κουζίνα (με τις καθαρές πρωταρχικές τους γεύσεις, δίχως «πειράγματα») στέκονται στο ύψος τους, οι διακοσμητικές λεπτομέρειες είναι φίνες, τα χρώματα το ίδιο.

Δύο στοιχεία με εντυπωσίασαν περισσότερο. Πρώτον, μια νέα ταράτσα με διάδρομο για τρέξιμο ή περίπατο 770 μέτρων γεμάτη φυτά και άνθη, που θα είναι ανοιχτή 24 ώρες το 24ωρο στους πελάτες, η οποία δημιουργήθηκε πάνω από το Βυζαντινό. Μου θύμισε το περίφημο High Line στη Νέα Υόρκη, όπου μια υπέργεια ανενεργή σιδηροδρομική γραμμή έγινε το πιο ωραίο σύγχρονο πάρκο στην πόλη. Από το επίπεδο αυτό μπορεί κανείς να δει τόσο κοντά την εξωτερική μνημειακή μαρμάρινη πρόσοψη του Μόραλη, που σαστίζει με την κλίμακα και την ομορφιά της. Το δεύτερο στοιχείο που με ενθουσίασε είναι πλέον ο περιβάλλων χώρος με την ευρεία του έννοια. Το κτίριο της Πινακοθήκης λάμπει, ο Δρομέας του Βαρώτσου δίνει τον τόνο, το άλσος Ριζάρη είναι μια μικρούλα όαση, ο Λυκαβηττός και η Ακρόπολη συμπληρώνουν το «τοπίο». Βγήκα από την ξενάγηση με μια αίσθηση ότι η πόλη ξανακέρδισε ένα σπουδαίο κτίριο, αλλά και μια στέγη φιλοξενίας. Εγώ ξανακέρδισα το «πατρικό» μου.

