Κανείς δεν περίμενε την είδηση που ανακοίνωσε ο ίδιος ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος και η Ελίνα Κουντούρη, επικεφαλής του ΝΕΟΝ, για ολοκλήρωση της δράσης του οργανισμού το 2027. Αντιθέτως, όλοι εμείς οι εκπρόσωποι του Τύπου που συγκεντρωθήκαμε το μεσημέρι της Δευτέρας σε γνωστό εστιατόριο του Θησείου, πιστεύαμε ότι θ’ ακούσουμε το άγγελμα μιας νέας φιλόδοξης έκθεσης. Σαν και αυτές που είχαμε δει στο Αστεροσκοπείο, στη Δήλο, στο Καπνεργοστάσιο, στο Ωδείο και σε άλλα ενδιαφέροντα μέρη, στα οποία το ΝΕΟΝ είχε πάντα το μαγικό κλειδί της συνεργασίας: με υπομονή, αξιοπιστία, επαγγελματισμό, καινοτόμες προτάσεις η ομάδα του κατάφερε να κάνει προσβάσιμα στο ευρύ κοινό τοπόσημα της Αθήνας και να ανοίξει ακόμα και «πόρτες» αρχαιολογικών χώρων, κάτι που θα ήταν ανήκουστο στο παρελθόν. Η πολιτεία έδινε τη συγκατάθεσή της, όχι μόνον διότι ο φορέας παρουσίαζε σπουδαία έργα τέχνης, αλλά πολύ συχνά αναλάμβανε με άρτιο τρόπο αποκαταστάσεις, αποπερατώσεις και λοιπές οικοδομικές και τεχνικές παρεμβάσεις που μεταμόρφωναν επί τα βελτίω και τις ίδιες τις υποδομές που φιλοξενούσαν τα εκθεσιακά γεγονότα.

Εμείς οι δημοσιογράφοι έχοντας παρακολουθήσει στενότερα και συνεπέστερα από τον καθένα τη συνολική συνεισφορά του ΝΕΟΝ στη διά βίου αισθητική επιμόρφωση του κοινού (και τη δική μας), αισθανθήκαμε πως χάνουμε έναν καλό φίλο. Κάποιον που γνωρίσαμε το 2013 και μας πήρε από το χέρι για μια συναρπαστική βόλτα. Από το Εδιμβούργο και το Λονδίνο ώς το Μπιλμπάο και από εκεί στην Αρχαία Αγορά, στους κήπους της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, στη Διπλάρειο Σχολή, χόρτασαν τα μάτια μας από καταπληκτικές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Είδαμε αλλιώς. Μάθαμε. Και νιώσαμε ανάταση για τη χώρα και την πόλη μας, που μπήκαν με αξιώσεις στον διεθνή εικαστικό χάρτη. Με θλίψη, αλλά και κυρίως με ευγνωμοσύνη, αποχαιρετάμε έναν θεσμό που χάρισε σε όλους μας εμπειρίες μοναδικές με μεγάλη γενναιοδωρία. Τόσο απλόχερη που συγκίνησε με την ανιδιοτέλειά της ακόμα και ανθρώπους που δεν είχαν καμιά σχέση με τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία.

Πέρα από τα πλουσιότατα πεπραγμένα για ομαδικές, ατομικές, πρότζεκτ, συνεργασίες κ.ο.κ., το μεγαλύτερο κέρδος από την πορεία του ΝΕΟΝ είναι ένα νέο υπόδειγμα που, ως ανεξίτηλο αποτύπωμα, θα συνεχίσει να υπάρχει και στις επόμενες δεκαετίες. Μας δίδαξε πως ένας ιδιωτικός φορέας μπορεί να συνεργαστεί άψογα με τη δυσκίνητη κρατική μηχανή, πως μπορεί να καταπολεμήσει την κατάρα της δυσπιστίας όταν ένας ιδιώτης προσφέρει («γιατί τα κάνουν όλα αυτά; Κάτι θα έχουν να κερδίσουν», η μόνιμη επωδός στην Ελλάδα), να βάλει το εθνικό και το συλλογικό πάνω από κάθε εγώ. Το ίδιο συνέβη και όταν το 2022, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος σε μια απόφαση που σπάνια συναντάμε, δώρισε τη συλλογή του σε τέσσερα μουσεία του εξωτερικού αλλά και της Ελλάδας. Και εδώ κρύβεται ένα ακόμα έμπρακτο μάθημα: να ξέρει κανείς να κλείνει με στοχασμό αλλά και χαρά τους κύκλους που άνοιξε, να ολοκληρώνει τον σκοπό και να μην τον αφήνει να κακοφορμίζει από ματαιότητα είτε από άγρα επιβεβαίωσης.

Ναι, θα μας λείψει το ΝΕΟΝ μετά τη μεγάλη τελευταία έκθεση που θα γίνει στο Παλιό Μουσείο της Ακρόπολης το 2027. Ναι, θα ανατρέχουμε με γλυκύτητα στις αναμνήσεις που μας δώρισε. Αλλά το πιο σημαντικό είναι πως θα θέλαμε σε αυτά τα 13 χρόνια να μην έχουν εκκολαφθεί μόνον ευαίσθητοι θεατές, πιο ενημερωμένοι δημοσιογράφοι, αλλά και ένα διαφορετικό ήθος στους ευκατάστατους δωρητές (και ιδρύματα) ώστε να ιεραρχούν πρώτα την προσφορά και μετά τη φήμη τους, βάζοντας τις συνεργασίες ως θεμέλιο κάθε προσπάθειας. Αλλά και το κράτος πρέπει να μάθει να εκμεταλλεύεται καλύτερα χώρους που μαραίνονται, ενώ έχουν όλα τα φόντα να αποτελέσουν καταλύτες στην ώσμωση δημοσίου και ιδιωτικού.


