Τα έργα του Τάσου Μισούρα δεν τα βαριέσαι ποτέ. Η βαθύτερη κατανόησή τους «ξεφλουδίζεται» αργά. Με κάθε ματιά, βαθαίνει η ανάγνωση, διαφαίνεται καινούργια οπτική. Στη ζωγραφική του, άλλωστε, ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες: μια μικρή φιγούρα, κρυμμένη σε κάποια γωνία του πίνακα ανατρέπει το αρχικό σενάριο, η αδιόρατη έκλειψη σελήνης εξηγεί τη συμπεριφορά των ηρώων, τα ρούχα τους έχουν μυστικές σημασίες.
Συναντήσαμε τον ζωγράφο στη νέα ατομική του έκθεση, στην γκαλερί Ευριπίδης. Ηταν πρόθυμος να μας μιλήσει για το αινιγματικό σύμπαν του χρωστήρα του, χωρίς μυστικοπάθεια και αόριστα νοήματα.
Είχε πάνω από 10 χρόνια να κάνει ατομική έκθεση στην Αθήνα. Η τελευταία ήταν το 2006 στο Μουσείο Φρυσίρα. Γιατί καθυστέρησε τόσο; «Ζωγραφίζω συνεχώς αλλά δεν είχα στο μυαλό μου τον στόχο να κάνω έκθεση. Νιώθω ότι έχω μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε μένα. Δεν εννοώ ότι είμαι επηρμένος και πως θεωρώ πως κάνω καλύτερα έργα, αλλά πιστεύω ότι αυτά που ζωγραφίζω αντανακλούν περισσότερο τον εαυτό μου. Το να αποτινάξω τις ανασφάλειες για την “πατρότητα” του έργου, πόσο πραγματικά δικό μου είναι, ήταν αυτό που κατάφερα να κατακτήσω σε αυτό το διάστημα», είναι τα πρώτα του λόγια.
Η πλοκή
Και ο θεατής με τη σειρά του χρειάζεται όμως να κατακτήσει κάτι. Την πλοκή. «Ελα να σου δείξω πώς φτιάχνω τις ιστορίες μου», λέει και με πηγαίνει μπροστά από δύο πίνακες για να μου εξηγήσει πώς ξεκινάει να ζωγραφίζει μεγάλες επιφάνειες και ύστερα τις χωρίζει σε έργα, τελαρώνει ολόκληρες συνθέσεις ή απομονώνει κάποια μέρη τους. Κάπως έτσι προκύπτουν θραύσματα εικόνων, σαν ένα παζλ σκορπισμένο στους τοίχους της γκαλερί που περιμένει κάποιον να βάλει τα κομμάτια σε μια σειρά, διαφορετική για τον καθένα.
«Κύριο ζητούμενό μου είναι η αφήγηση. Ο τρόπος που ζωγραφίζω, δηλαδή η τεχνική, με απασχολεί στον βαθμό που υποτάσσεται σε αυτήν μου την προτεραιότητα. H ζωγραφική είναι το εργαλείο μου. Ας το θέσω διαφορετικά: δεν είναι ωραίο να διαβάζεις μια ιστορία και οι λέξεις να έχουν ανορθογραφίες, διότι σου αποσπά το μυαλό. Με τον ίδιο τρόπο θέλω η ζωγραφική μου να είναι δουλεμένη για να μου λύσει τα χέρια στο επίπεδο του αφηγήματος. Πάλεψα να μάθω τα εκφραστικά μέσα, για να έχω την ορθογραφία και το συντακτικό μου εντάξει, για να μη χαθεί το νόημα στη “σύνταξη”. Πάντως αν η ζωγραφική είναι κάποιου τύπου γλώσσα, νομίζω πως είναι περισσότερο μουσική». Σύμφωνοι.
Τριπ χοπ
Αν είναι όντως έτσι, τότε σε ποιο μουσικό είδος ανήκουν τα δικά του έργα; «Είναι τριπ χοπ, δηλαδή κάτι μεταμοντέρνο που συνδυάζει πολλά διαφορετικά μεταξύ τους στοιχεία, από ροκ μέχρι μελωδία», λέει ο Μισούρας.
Στην έκθεσή του είναι αδύνατον να μην αναρωτηθεί κανείς πώς επιλέγει τα πρόσωπα που αποτυπώνει στον καμβά. Χαμογελάει με την ερώτηση και με πηγαίνει μπροστά από ένα έργο του. «Στην πλειονότητά τους, οι ήρωές μου είναι άγνωστοι, διότι δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Είναι υβριδικές μορφές που κατασκευάζονται στο κεφάλι μου. Κόβω συνεχώς σελίδες από περιοδικά όπου φιγουράρουν υπαρκτοί άνθρωποι και ύστερα κάνω μια επιλογή να ζωγραφίσω τα μάτια του ενός, το μέτωπο του άλλου, το στόμα μιας γυναίκας σε συνδυασμό με τη μύτη ενός άνδρα. Σε αυτό το έργο που σου δείχνω τώρα αποφάσισα σε έναν ήρωα να βάλω τα μάτια του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ». Οντως, ένας από τους πρωταγωνιστές έχει το βλέμμα του ηγέτη που άλλαξε τη Σοβιετική Ενωση. Και με μια δόση χιούμορ, ο ζωγράφος βάφτισε τη σύνθεση «The reformist».
Ενας κοινός παρονομαστής σε όλη την τελευταία ενότητα είναι το στοιχείο του φωτός. Δεν υπάρχει ήλιος πουθενά –ο Μισούρας ζωγραφίζει πάντα με τεχνητό φως–, όμως κυριαρχούν οι πυρκαγιές, η έκλειψη σελήνης και κάποια σύννεφα για να υπογραμμίσουν μια ατμόσφαιρα βίας. «Οι ζωγράφοι δεν είναι κλεισμένοι σε ένα μπουντρούμι. Αφουγκράζονται τον κόσμο, τι συμβαίνει εκεί έξω και όλες αυτές οι συνθέσεις μου σίγουρα αποτελούν αντανάκλαση όσων ζούμε», τονίζει.
Οι γυναίκες
Η αλήθεια είναι πως και οι γυναίκες δεν βγαίνουν αλώβητες από τα έργα του. Εχουν το πάνω χέρι στην αφήγηση: «Οι γυναίκες είναι το ισχυρό φύλο. Εχουν καλύτερη σχέση με την πραγματικότητα απ’ ό,τι οι άνδρες. Εχουν τακτικό βιολογικό κύκλο στο σώμα τους, γεννούν τα παιδιά, διαισθάνονται τον χρόνο αλλιώς. Εμείς είμαστε όντα χαοτικά, γι΄ αυτό κάνουμε πόλεμο, κάνουμε τέχνη, εφηύραμε τις θρησκείες, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βάλουμε μια τάξη στη ρευστότητά μας, στην παιδικότητά μας», λέει ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του.
Ο Μισούρας, πάντως, έχει βρει τον κατάλληλο τρόπο να διαχειρίζεται τη δική του παιδικότητα. Μαζί με τον Μιχάλη Μανουσάκη και τον Τάσο Μαντζαβίνο μοιράζονται και οι τρεις το πάθος της συλλογής παιχνιδιών. Διαθέτουν εξαιρετικές συλλογές τις οποίες μάζεψαν μέσα σε βάθος χρόνου από παλιατζίδικα και παζάρια.
«Προσοχή!», με προειδοποιεί. «Είναι μια συνήθεια τρομερά κολλητική που αν την αποκτήσεις, μετά δεν μπορείς να σταματήσεις με τίποτα. Το παιχνίδι του παρελθόντος είναι το κατ’ εξοχήν εικαστικό αντικείμενο. Για να κατασκευαστεί έσπασαν το μυαλό τους γλύπτες, ζωγράφοι και μάστορες. Τα παιδιά μου τα βλέπουν σαν απολιθώματα, σαν ωραία αντικείμενα, αλλά για μένα είναι ζωντανά. Τα φυλάω όλα στο εργαστήριό μου, μου κάνουν παρέα…».
Ποιος είναι
Ο Τάσος Μισούρας γεννήθηκε στη Λάρισα τον Φεβρουάριο του 1963. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (ΑΣΚΤ) από το 1981 έως το 1986 με καθηγητές τον Δημήτρη Μυταρά και τον Γιάννη Μόραλη. Το 1987 με υποτροφία του γαλλικού κράτους (CROUS) συνεχίζει τις σπουδές του στην École Νationale Supérieure des Beaux-Arts στο Παρίσι στο εργαστήριο του Leonardo Cremonini και το 1988 κερδίζει υποτροφία τριών χρόνων του ελληνικού κράτους (ΙΚΥ) για την École Nationale Supérieure des Arts Decoratifs.
Εχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, ενώ έχει συμμετάσχει σε δεκάδες ομαδικές εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων.
Η έκθεσή του με τίτλο «Fluid Frames» θα διαρκέσει μέχρι και τις 18/2 στην γκαλερί Ευριπίδης (Ηρακλείτου & Σκουφά, Κολωνάκι).

