Η ελληνική συμμετοχή στη 15η Biennale Αρχιτεκτονικής της Βενετίας 2016, με τίτλο «#ThisIsACo-op» και επιμελητή τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ), βασίστηκε σε ένα «ανοικτό κάλεσμα». Χαρακτηρίζοντας «νεφελώδεις» τις προηγούμενες διαδικασίες επιλογής επιτρόπου και επιμελητή, που βασίζονταν σε ανοικτή δημόσια προκήρυξη εκδήλωσης ενδιαφέροντος και επιλογή από ολιγομελή κριτική επιτροπή, η ανάληψη της επιμέλειας από τον ΣΑΔΑΣ τοποθετούσε στη θέση του επιμελητή ένα πολυπληθές και ετερογενές σώμα αρχιτεκτόνων. Η αναίρεση της προηγούμενης διαδικασίας αποστερούσε πλέον την έκθεση από το εξαρχής σαφές και συνεπές πλαίσιο επιμέλειας και εκθεσιακής στρατηγικής, το οποίο ο επιμελητής (ή η ολιγομελής ομάδα επιμελητών) μπορούσε να εγγυηθεί. Οσοι αποφάσισαν να συμμετάσχουν στην ανοικτή, χωρίς αξιολόγηση διαδικασία εξασφάλισαν και τη συμμετοχή τους στην έκθεση, ανεξάρτητα της ποιότητας του έργου τους και του κατά πόσον αυτό, μεμονωμένα αλλά και συνολικά, σε σχέση με τα υπόλοιπα, αποτελούσε μια συγκροτημένη απάντηση στα κύρια θέματα που η Biennale με τον γενικό τίτλο «Ανταπόκριση από το μέτωπο» έθετε. Ο επιμελητής της, ο Χιλιανός αρχιτέκτων Αλεχάντρο Αραβένα, αναζητούσε τα χαρακτηριστικά της (νέας) αρχιτεκτονικής στην εποχή της κρίσης. Στα πλαίσια της νέας αυτής συνθήκης, θα ήταν δυνατή η «αποκάλυψη» των «κρυμμένων ευφυϊών» του τόπου, των τρόπων κατασκευής, το εκ νέου αγκάλιασμα των δυσφημισμένων ποιοτήτων του χειροποίητου, του απλού και του ταπεινού, η ανάδειξη της δύναμης του ευρηματικού και της απρόσμενης «επιδραστικότητας» του συλλογικού; Στόχος της Biennale, αλλά και των εθνικών συμμετοχών, θα ήταν εντέλει η διατύπωση ενός νέου «αρχιτεκτονικού παραδείγματος» που η κρίση παράγει. Η ανταπόκριση στο νέο αυτό θεματικό πλαίσιο είναι εξαιρετικά σημαντική, επιτακτική, για την ελληνική αρχιτεκτονική, δεδομένης της μεγιστοποιημένης εκδοχής της κρίσης που βιώνουμε. Δεν βρήκα απτή απάντηση στα παραπάνω στο ελληνικό περίπτερο. Ο τίτλος της έκθεσης (This is a cooperative) εκφράζεται στην ετερογενή συλλογική δομή της και στους τρόπους δράσης των συμμετεχόντων. Δεν καταφέρνει όμως να προσφέρει τις απαραίτητες υλικές ερμηνείες της νέας συνθήκης ούτε στοιχεία αναφοράς που θα μας επέτρεπαν να οπτικοποιήσουμε τις μελλοντικές κατευθύνσεις.
Οι προτάσεις, τοποθετημένες ασαφώς στο μακρύ τραπέζι και τον τοίχο του περιπτέρου, είναι ελλειπτικά παρουσιασμένες, άνισες σε ποιότητα απεικόνισης και εννοιολογικό βάθος, κάποιες από αυτές ακατάλληλες για συμμετοχή στη σημαντικότερη έκθεση αρχιτεκτονικής. Στο κέντρο του χώρου ένα αμφιθέατρο, στερεοτυπικό σύμβολο του διαλόγου, μοιάζει να υιοθετεί τις αρχιτεκτονικές φιλοδοξίες του «μόνιμου», ενώ καλείται να παίξει τον ρόλο μιας «υποδομής εφήμερης συλλογικότητας». Οι απαντήσεις στα ζητούμενα της έκθεσης μοιάζει πως μπορούν να δοθούν στις συζητήσεις στο αμφιθέατρο, και όχι από τα φυσικά εκθέματα, απαιτείται όμως πυκνότητα εκδηλώσεων, σχεδόν αδύνατη για μια έκθεση εξαμηνιαίας διάρκειας. Η ελληνική συμμετοχή στηρίζεται στον αέναο αλλά μη δομημένο διάλογο ανάμεσα στα διάφορα τμήματα του σύγχρονου συλλογικού σώματος, αδυνατεί όμως να παρουσιάσει συγκροτημένες, σχεδιαστικές προτάσεις για ένα νέο αρχιτεκτονικό παράδειγμα – αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι η μεγάλη πρόκληση της εποχής της κρίσης.
*Καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Πατρών

