Στην Ελλάδα έχουμε μια ιδιόρρυθμη σχέση με τη γλυπτική. Μας βαραίνει η αρχαιοελληνική κληρονομιά και η αδυναμία της σωστής διαχείρισης του δημόσιου χώρου, της καταλληλότερης «στέγης» για τα γλυπτά. Αυτός είναι και ο λόγος που η παρουσίαση του έργου ενός από τους μεγαλύτερους γλύπτες, του Βρετανού Τόνι Κραγκ, στο Μουσείο Μπενάκη, στις 10 Σεπτεμβρίου, θα μας βοηθήσει να εξοικειωθούμε με μια μορφή σύγχρονης έκφανσης μιας μακραίωνης τέχνης.
Ο Κραγκ, που έκανε το ντεμπούτο του στη δεκαετία του ’70, είναι από τους καλλιτέχνες που κατάφεραν να απαλλαγούν από στερεότυπα και να προχωρήσουν με τόλμη στις μορφές και τα υλικά, καθώς έχει χρησιμοποιήσει ακόμα και βιομηχανικά μπάζα.
Τα έργα του έχουν τη δική τους δυναμική, μιαν ιδιότυπη ομορφιά που δεν θυμίζει τα κλασικά πρότυπα. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη του αγάπη ήταν το σχέδιο. Πίσω από τις τρεις διαστάσεις βλέπει κανείς τη δεινότητα, το βλέμμα και τη φιλοσοφία του. Εχει εκθέσει τα έργα του στην Μπιενάλε Βενετίας και έχει βραβευτεί με το Turner. Στην Πειραιώς θα δούμε τα τελευταία του έργα από ξύλο, μπρούντζο, πέτρα και φινιρισμένο ανοξείδωτο χάλυβα. Σε αυτά ο γλύπτης παρουσιάζει μια νέα αφαιρετική αντίληψη της μορφής. Πειραματίζεται γύρω από την έννοια της συμπίεσης και της ανάλυσης χρησιμοποιώντας τοτεμικές δομές, όπου το ανθρώπινο προφίλ αποτελεί συχνά ένα απομονωμένο στοιχείο του συνόλου.
Για να το επιτύχει έχει εφεύρει μια δική του τεχνική: Διαιρεί τη μορφή σε τεταρτημόρια, την αναλύει με έναν σχεδόν φουτουριστικό τρόπο, φτάνοντας έτσι στον πιο βαθύ πυρήνα της. Η αφηρημένη ιδέα ενός πορτρέτου, για παράδειγμα, ξαφνικά μετατρέπεται σε τέσσερις διαφορετικές επιφάνειες, δημιουργώντας τέσσερις τύπους εικόνων που όλες μαζί συνενώνονται σε μια νοερή σπονδυλική στήλη.
Στις σύνθετες ξύλινες δομές συγκολλούνται καμπύλες, οδοντωτές, στιβαρές και άκαμπτες φόρμες, ενώ για τα χάλκινα και από ανοξείδωτο ατσάλι γλυπτά του έχει αναπτύξει μια μέθοδο χύτευσης ώστε να φαίνονται υγρά ή λιωμένα.
Από την Αγγλία στη Γερμανία
Ο Κραγκ γεννήθηκε στο Λίβερπουλ το 1949. Προτού στραφεί προς την τέχνη, σπούδασε βιοχημεία, ενώ τελείωσε το μεταπτυχιακό του στο Royal College of Art, στο Λονδίνο, το 1977. Από το 1979 ζει στο Βούπερταλ της Γερμανίας και διδάσκει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντύσελντορφ. Χρησιμοποιώντας με καινοτόμο τρόπο ανορθόδοξες πρώτες ύλες, άνοιξε νέο έδαφος στη γλυπτική, ενώ παράλληλα επικεντρώθηκε σε ζητήματα που αφορούσαν θέματα περιβαλλοντικού και κοινωνικού περιεχομένου στη μετα-βιομηχανική Βρετανία.
Από τις πλέον γνωστές ενότητες της δουλειάς του ήταν αυτή στην οποία έφτιαχνε μορφές με σύνολα αντικειμένων, τα οποία έβρισκε πεταμένα και ύστερα τα ταξινομούσε με τη δική του λογική. Θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της γλυπτικής και η έκθεσή του θα διαρκέσει μέχρι και τις αρχές Νοεμβρίου.

