Οι εικόνες του κοσμούσαν τα πιο πρωτοποριακά λαϊφστάιλ περιοδικά της δεκαετίας ’90: The Face, i-D, Dazed & Confused, Details, W, Another Magazine. Τα πορτρέτα διασήμων, τα εντιτόριαλ μόδας, ακόμα και τα οικογενειακά του στιγμιότυπα, μου κάνουν σήμερα ωστόσο την ίδια εντύπωση όπως τότε: η Κέιτ Μος, με τα μακριά ροζ μαλλιά, ξαπλωμένη σε λευκά κλινοσκεπάσματα, ένα μοντέλο που έχει στη μέση της ένα τατουάζ βελάκι το οποίο δείχνει προς τα κάτω· ο Κερτ Κομπέιν που κουρδίζει την κιθάρα του· η Μπιοργκ με τον γιο της στις θερμές πηγές της Ισλανδίας.
Σήμερα, ο 50χρονος Γερμανός φωτογράφος παραμένει ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους φωτογράφους της γενιάς του. Η δουλειά του, μια ζεύξη τέχνης και μόδας, είναι οξυδερκής, ντεκαντάντ, σέξι και συγχρόνως ευγενική και καθόλου χυδαία. Στις 20 Ιουνίου, με επιμελήτρια τη Μαρίνα Φωκίδη, εγκαινιάστηκε στο ΔΕΣΤΕ η πρώτη του ατομική έκθεση στην Ελλάδα με τίτλο «Macho», η οποία περιλαμβάνει αποκλειστικά αυτοπροσωπογραφίες του. Ο καλλιτέχνης φωτογράφιζε τον εαυτό του καθ’ όλη τη διάρκεια της 25χρονης σταδιοδρομίας του, πολύ πριν γίνουν της μόδας τα selfies. Αν και οι περισσότερες είναι σκηνοθετημένες, παρ’ όλα αυτά διατηρούν, όπως όλα του τα έργα, την αισθητική του snapshot.
«Υπήρξε μια περίοδος, σχετικά στην αρχή, που άρχισα να κουράζομαι με τις φωτογραφίσεις μοντέλων και διασήμων – είναι αρκετά απαιτητικό να αντιμετωπίζεις τις ματαιοδοξίες του καθενός. Στο Παρίσι, έκανα το πορτρέτο μιας ηθοποιού. Επειδή δεν της άρεσε το αποτέλεσμα –θεώρησε ότι της προσθέτω 10 χρόνια– έπεσα σε κατάθλιψη. Απομονώθηκα και άρχισα να φωτογραφίζω τον εαυτό μου και τον περίγυρό μου», λέει στο τηλέφωνο ο Γιούργκεν Τέλερ, από το στούντιό του στο Λονδίνο, λίγο πριν ταξιδέψει στην Ελλάδα. Ο φωτογράφος με τη σύζυγό του, την καταξιωμένη Λονδρέζα γκαλερίστρια Sadie Coles, τον γιο τους Εντ, που είναι σήμερα 9 ετών (έχει και μία κόρη, τη 17χρονη Λόλα, από τη στυλίστρια Venetia Scott), περνούν τα καλοκαίρια τους στο σπίτι που έχουν αποκτήσει στην Υδρα.
Από το δάσος στο Λονδίνο
Ο Γιούργκεν Τέλερ γεννήθηκε το 1964 στη Βαυαρία. Ηταν το μοναχοπαίδι μιας οικογένειας κατασκευαστών βιολιού. Ζούσε σ’ ένα σπίτι δίπλα στο δάσος, μαζί με τους γονείς του, τον παππού, τη γιαγιά, τους θείους και την ξαδέλφη του. «Ηταν δύσκολο να ζεις με τόσους ανθρώπους. Το δάσος ήταν ένα μέρος διαφυγής. Περνούσα εκεί πολύ χρόνο, παίζοντας με τους φίλους μου. Αλλες φορές απλώς περιπλανιόμουν ανάμεσα στα δέντρα. Υπήρχε μια αίσθηση αθωότητας και ελευθερίας».
Οταν νεαρός ακόμη άρχισε να μαθαίνει να κατασκευάζει τόξα για βιολιά, αποδείχτηκε ότι είχε αλλεργία στα συγκεκριμένα υλικά – «μπορεί να ήταν και ψυχοσωματική αντίδραση, γιατί δεν μου άρεσε καθόλου». Το 1984 πήγε να σπουδάσει φωτογραφία στο Μόναχο. Δύο χρόνια μετά, για να αποφύγει τον στρατό, μετοίκησε στο Λονδίνο («ήταν μια γενναία αλλά και αφελής απόφαση διότι δεν ήξερα κανέναν και ούτε μιλούσα τη γλώσσα»).
Εικόνες του πατέρα
Το 1988 πληροφορείται τον θάνατο του πατέρα του – είχε αυτοκτονήσει. «Ηταν αλκοολικός με βίαια ξεσπάσματα – χτυπούσε συχνά τη μητέρα μου. Παλιά σκεφτόμουν ότι είτε θα γινόμουν σαν κι αυτόν, ένας καταθλιπτικός μέθυσος, ή θα εξελισσόμουν σε έναν ευτυχισμένο αλκοολικό. Τελικά κατάφερα να γίνω και τα δύο. Με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι η ζωή είναι σαν τη φωτογραφία: έχεις μόνο μία λήψη και πρέπει να είναι καλή· δεν μπορείς να χάνεσαι και ούτε να λυπάσαι τον εαυτό σου».
Φέτος στα 50ά του γενέθλια, έζησε μια πολύ βαθιά εμπειρία συμφιλίωσης με το παρελθόν. Βρισκόταν στη Γερμανία όταν ο μεγαλύτερος ξάδελφός του –αυτός που τον εισήγαγε στην τέχνη της φωτογραφίας– του έκανε δώρο τρία όμορφα χαρτόδετα βιβλία με φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο πατέρας του.
«Αυτό πυροδότησε μια σειρά από μνήμες που είχα θάψει βαθιά μέσα μου γιατί ήταν οδυνηρές. Οταν ο πατέρας μου δεν ήταν μεθυσμένος διοργάνωνε τις Κυριακές προβολή σλάιντ με φωτογραφίες που είχε τραβήξει στις διακοπές του. Θυμάμαι πόσο έπληττα. Σκεφτόμουν “γιατί πρέπει να βλέπω αυτές τις χαζές φωτογραφίες;”. Θυμήθηκα επίσης όταν, σε ηλικία 16 ετών, ετοιμαζόμουν να πάω τις πρώτες διακοπές μόνος μου στη Σικελία, εκείνος προθυμοποιήθηκε να μου δανείσει τη φωτογραφική του μηχανή. “Πάρε” μου είχε πει “να βγάλεις φωτογραφίες” (πρέπει να ήταν από τις ελάχιστες φορές που ανταλλάξαμε μια κουβέντα). Σκεφτόμουν τότε: “Το παλιοκαθίκι, που θέλει να πάρω την παλιοκάμερά του”. Επειδή θα ταξίδευα με σακίδιο, δεν ήθελα επιπλέον βάρος, ούτε την ευθύνη του αντικειμένου.
»Οταν λοιπόν είδα αυτά τα λευκώματα, συγκινήθηκα. Παρατήρησα ότι ο άνθρωπος αυτός έβγαζε φανταστικές εικόνες. Και αναγνώρισα, μέσα από αυτές, τον πατέρα μου σε μένα. Σοκαρίστηκα κιόλας, γιατί είδα ότι οι γονείς μου υπήρξαν κάποτε ευτυχισμένοι μαζί».
«Δεν φοβάμαι να είμαι άντρας»
– Γιατί έδωσες στην έκθεση τον τίτλο «Μacho»; Θα περιέγραφες έτσι τον εαυτό σου;
– Ο τίτλος είναι λίγο ειρωνικός και όχι ιδιαίτερα πολιτικά ορθός. Η έκθεση όμως έχει να κάνει με το τι σημαίνει να είσαι άντρας. Και νομίζω ότι ταιριάζει στην Ελλάδα, όπου κυκλοφορούν διάφοροι μυώδεις τύποι με δασύτριχο στήθος και χρυσές καδένες. Θεωρώ πάντως ότι είμαι –και δεν φοβάμαι να είμαι– άντρας με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο. Τα τελευταία χρόνια τα αρσενικά ξεχνούν τι σημαίνει αρρενωπότητα. Γίνονται όλο και περισσότερο ματαιόδοξοι, αγοράζοντας ένα σωρό καλλυντικά για τον καλλωπισμό τους.
– Τελικά, τι ενδιαφέρον έχει ο εαυτός σου;
– Δεν έχω ιδέα. Οι αυτοπροσωπογραφίες μου δεν αφορούν εμένα προσωπικά, αντιπροσωπεύουν μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία. Κατά κάποιο τρόπο, η δουλειά μου αφορά πάντα εμένα. Είτε φωτογραφίζω την Κέιτ Μος, ένα ζώο, τη μητέρα μου ή τον γιο μου, υπάρχω τόσο πολύ εγώ μέσα στις εικόνες. Είναι ο τρόπος που βλέπω τον κόσμο.

