Ο Νίκος Βατόπουλος ιχνηλατεί και ιχνογραφεί, μέσα από τις φωτογραφίες κτιρίων και μνημείων, τη δική του Αθήνα, δίνοντας έμφαση κυρίως στο μέρος, στο απόσπασμα, στη λεπτομέρεια. Η φωτογραφική «αθηναιογραφία» του, όπως συμβαίνει αντίστοιχα στα κείμενά του, προϋποθέτει τη βραδύτητα της κίνησης και την προσήλωση του βλέμματος, που εκπορεύεται από τη γενέθλια, άρα βιωματική σχέση του με την πόλη, καθώς καταγράφει τον «χαμένο χρόνο», είτε στις ρυτίδες των προσόψεων είτε στην κομψότητα των εισόδων, και συγκρατεί τη στιγμή: της προσέγγισης, της συνάντησης, της μνήμης. Η Αθήνα του Ν. Βατόπουλου είναι παρούσα μέσα από το αρχιτεκτονικό παρελθόν της, τα κτίριά της είναι οι αψευδείς μάρτυρες της νεοτερικής ταυτότητάς της.
Περιδιαβάζοντας την έκθεση, η πρώτη αίσθηση που αποκομίζει ο επισκέπτης είναι πόσο ανυποψίαστος μπορεί να κινείται κανείς στην «αθηναϊκή ζούγκλα» της ασφάλτου και του μπετόν, με αποτέλεσμα να του ξεφεύγει διαρκώς η αίσθηση του τόπου που τον περιβάλλει και του χώρου στον οποίο κινείται. Οι ως επί το πλείστον νυχτερινές φωτογραφίες του (η πηγή φωτός κυριαρχεί στις περισσότερες και κάποιες μοιάζουν με ακουαρέλες) αποκαθιστούν αυτή τη χαμένη σχέση του Αθηναίου με την πόλη του. Η δεύτερη αίσθηση που δημιουργείται στον παρατηρητή είναι εκείνη που τον ωθεί να επιστρέψει στους τόπους και τους χώρους που περιηγήθηκε ο «αθηναιογράφος» και, σαν ντετέκτιβ, να ανακαλύψει επί τόπου, δηλ. να εντοπίσει εκ νέου εκείνα τα ιδιαίτερα στοιχεία (μία είσοδος πολυκατοικίας, ένα έρκερ, ένα κλιμακοστάσιο, ένα μισοφωτισμένο παράθυρο, μία διαφήμιση νέον) που αναδεικνύονται από την παρατηρητικότητα και τη διαισθητικότητα του Βατόπουλου. Ακόμα περισσότερο, αυτό που καταφέρνει μέσα από την οπτική του ο Ν. Βατόπουλος είναι να προσδώσει στο δικό του «αθηναϊκό ταμπλό» ό,τι ο Μπαρτ χαρακτηρίζει «ζωντανή ακινησία, δεμένη με μια λεπτομέρεια, σε αναζήτηση της χαμένης ενότητας».
Βγαίνοντας από την αίθουσα, ο επισκέπτης ξεχνά για λίγο το αφιλόξενο της πόλης κι έχει την αίσθηση ότι περιπλανήθηκε, έστω για λίγο, σε μιαν άγνωστη σ’ αυτόν Αθήνα (π.χ. η νυχτερινή Σόλωνος φαίνεται σαν ένας δρόμος σε ταινία νουάρ) και, ταυτόχρονα, πως αυτό που είδε θα μπορούσε να είναι ταυτόχρονα η ιχνογραφία μιας ευρωπαϊκής μητρόπολης. Στο έργο του συνειδητοποιεί κανείς τη χαμένη αίγλη μιας πρωτεύουσας, που επιμένει πάντως ν’ αντιστέκεται σιωπηλά σε μία πολυετή ένδον πολιορκία, της καταστροφής και της αμνησίας.
Αίθουσα Τέχνης «ena», Βαλαωρίτου 9γ, έως 28/6.

