Η φωτογραφία ως «σχόλιο» στην Ιστορία

3' 13" χρόνος ανάγνωσης

Οι πρωταγωνιστές των πορτρέτων -εργάτες, αγρότες, στρατιώτες και αστοί μιας άλλης εποχής- έχουν «εξαφανιστεί» με τη βοήθεια του κατάλληλου λογισμικού, όμως η απουσία τους εξακολουθεί να κυριαρχεί στο ασπρόμαυρο φόντο. Η αφαίρεση των προσώπων από τις εικόνες του σημαντικού φωτογράφου August Sander, που αποπειράθηκε να δημιουργήσει μια προσωπογραφία όλων των στρωμάτων της γερμανικής κοινωνίας του Μεσοπολέμου, ουσιαστικά «αναδεικνύει την αξία της ζωής, το πόσο εφήμερη είναι», υποστηρίζει ο Μichael Somoroff. Σε διάστημα περίπου επτά ετών, ο Νεοϋορκέζος καλλιτέχνης επεξεργάστηκε 40 από το σύνολο των περίπου 600 φωτογραφιών που απαρτίζουν την εμβληματική σειρά «Ανθρωποι του 20ού αιώνα» του Sander, «σβήνοντας» τους απεικονιζόμενους και διατηρώντας μόνο το φόντο. Ερημα τοπία, άδειες καρέκλες και παρατημένα σύνεργα σκιαγραφούν τα πορτρέτα της απουσίας, που εδώ και λίγες ημέρες εκτίθενται στο Μουσείο Μπενάκη απέναντι από τα αυθεντικά έργα του Sander. «Η βασική κινητήριος δύναμη του ανθρώπου είναι η επιθυμία, και επιθυμούμε πάντα αυτό που είναι απόν», εξηγεί ο δημιουργός. To αίσθημα της μοναξιάς γίνεται ακόμα εντονότερο στα βίντεο του Somoroff, όπου η ανεπαίσθητη κίνηση μιας πόρτας ή των σελίδων ενός βιβλίου σε ένα άδειο δωμάτιο αποκαθιστά την τέταρτη διάσταση, η οποία «είναι απαραίτητη για να βιώσουμε την απουσία» .

«Εν απουσία θέματος. Φωτογραφίες του Michael Somoroff και του August Sander» τιτλοφορείται η έκθεση, που φιλοξενείται στο κτίριο της οδού Πειραιώς μέχρι τις 6 Απριλίου. Σύμφωνα με τον Somoroff, στόχος του August Sander -του πιο «επιδραστικού φωτογράφου πορτρέτων που υπήρξε ποτέ»- ήταν να αναδείξει την κοινή φύση του ανθρώπου, ανεξαρτήτως τάξης, ιδιότητας και καταγωγής. Δεν είναι τυχαίο ότι το λεύκωμα «Ανθρωποι του 20ού αιώνα» κατασχέθηκε από το ναζιστικό καθεστώς και οι φωτογραφικές πλάκες καταστράφηκαν. Αν ζούσε σήμερα, ο Sander oπωσδήποτε θα ενθουσιαζόταν με τις «παρεμβάσεις» του Somoroff, ακριβώς όπως «ενθουσιάστηκε η οικογένειά του», αναφέρει ο καταξιωμένος Αμερικανός καλλιτέχνης. «Ουσιαστικά, με αυτόν τον τρόπο προσκαλώ τον Sander να γίνει μέρος της νέας χιλιετίας και να συμμετάσχει στον μεταμοντέρνο διάλογο».

Η συγκεκριμένη ενότητα φωτογραφιών και βίντεο πρωτοπαρουσιάστηκε το 2008 στο Τέξας και έκτοτε έχει ταξιδέψει στη Βενετία, στην Τενερίφη και αλλού, υπό τον τίτλο «Absence of Subject» που, εκτός από «Απουσία Θέματος» σημαίνει και «Απουσία Υποκειμένου». Ωστόσο, ο δημιουργός είδε την ενότητα στημένη για πρώτη φορά στην Αθήνα, καθώς επιλέγει να προσεγγίζει ως «ημιτελή» τα έργα που απομακρύνονται από το στούντιό του και αποφεύγει να επισκέπτεται τις εκθέσεις του. «Μια παρενέργεια της δουλειάς μου είναι ότι παράγει υλικά αντικείμενα. Αυτό συμβάλλει στη διατήρηση ενός περιβάλλοντος ειδωλολατρίας – λατρεύονται τα αντικείμενα, αντί για την ίδια τη δημιουργική διαδικασία», αναφέρει. Ο ίδιος έχει μάθει να ξεχωρίζει πότε μια ιδέα ή κάποια έργα του έχουν πραγματική αξία επειδή αισθάνεται ότι «συμβαίνουν μέσα από μένα, σαν μια ανακάλυψη, και δεν μου ανήκουν».

Μια συζήτηση με τον Μichael Somoroff, ο οποίος δηλώνει ότι πιστεύει στα μικρά καθημερινά θαύματα και προσεγγίζει την τέχνη ως μια θρησκευτική πρακτική, αναπόφευκτα καταλήγει να περιστρέφεται γύρω από μεταφυσικά ζητήματα. Βέβαιος πως κάθε άνθρωπος «λαχταρά να συνδεθεί και να υπερβεί την αίσθηση υπαρξιακής απομόνωσης», θεωρεί πως η τέχνη, που «ανέκαθεν μας προσέφερε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε και να πραγματευτούμε την ύπαρξή μας», μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση της κοινωνίας. Μολονότι τον προβληματίζει η εμπορευματοποίηση της τέχνης, επισημαίνει πως δεν είναι εναντίον του εμπορίου -άλλωστε, εργάστηκε για χρόνια στον χώρο της εμπορικής φωτογραφίας- αλλά είναι κατά του καιροσκοπισμού και της απληστίας. «Σήμερα, οι άνθρωποι δεν μπορούν να αγοράσουν τέχνη γιατί η αγορά ελέγχεται από την απληστία», όμως «από τη φύση της η τέχνη δεν μπορεί να ανήκει σε μια ελίτ». Πεπεισμένος πως ο διαχωρισμός μεταξύ εμπορικής και μη τέχνης πρέπει να καταργηθεί, πιστεύει πως η εποχή μας προσφέρει στους καλλιτέχνες την ευκαιρία να παίξουν έναν ρόλο σαν αυτόν που διαδραμάτιζαν οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ οικονομικής και καλλιτεχνικής σφαίρας: «Ο Μικελάντζελο και ο Ντα Βίντσι συνεργάζονταν με τις μεγαλύτερες εταιρείες του καιρού τους. Οχι μόνο προωθούσαν συγκεκριμένες αξίες, αλλά και έχτιζαν έναν δεσμό ανάμεσα στην Εκκλησία και το ευρύ κοινό».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT