Υπάρχει μία –και μόνη, ίσως– εικόνα στην ιστορία του κινηματογράφου, που αναπαριστά με τον πλέον ανατρεπτικό, και συνάμα απελευθερωτικά κωμικό τρόπο τη γένεση της εξέγερσης στον σύγχρονο κόσμο, συσχετίζοντας με δαιμονική ιδιοφυΐα την αναγκαιότητα με την τυχαιότητα. Αυτή δεν είναι άλλη από τη σκηνή στους «Μοντέρνους καιρούς» (1936), όταν ο Σαρλώ, καθώς περιπλανιέται άνεργος στους δρόμους της πόλης, σηκώνει μία κόκκινη σημαία, που έπεσε από ένα φορτηγό, όπως πήρε απότομα τη στροφή, και την κουνάει για να ειδοποιήσει τον οδηγό του. Αντ’ αυτού, οι απεργοί εργάτες ενός παρακείμενου εργοστασίου εκλαμβάνουν τη χειρονομία του ως σύνθημα για την εξέγερση, τα πλήθη τον ακολουθούν, σαν να είναι ο φυσικός ηγέτης τους, η Αστυνομία επεμβαίνει, και ο ταλαίπωρος Σαρλώ καταλήγει στη φυλακή.
Δεν είναι λίγες φορές στη σύγχρονη πολιτική ιστορία των εθνών που ένα (φαινομενικά) τυχαίο ή απρόβλεπτο γεγονός πυροδοτεί εξεγέρσεις που συγκλονίζουν, συθέμελα ή επιφανειακά, για λίγο ή για πολύ, τις σύγχρονες κοινωνίες. Ο,τι όμως διαφοροποιεί τις σύγχρονες εξεγέρσεις από τις τελευταίες κοινωνικές εκρήξεις της δεκαετίας ’60-70 είναι κυρίως οι ποικίλες και διαφορετικές μορφές που παίρνουν, συνήθως χωρίς κεντρική καθοδήγηση, μεταξύ αυθορμητισμού, ακτιβισμού και «περφόρμανς» (αν θυμηθούμε πρωτίστως τις Pussy Riots), και πυροδοτούνται περισσότερο από ένα μιντιακό-ψηφιακό πλαίσιο, μεταξύ Blackberry (που σύντομα παραχώρησε τη θέση του στα smartphone) και Youtube. Στον 21ο αιώνα οι εξεγέρσεις σε Ανατολή και Δύση εκδηλώνονται απρόβλεπτα και εξαπλώνονται ενδημικά, προσλαμβάνοντας συχνά στοιχεία θεατρικότητας και τέχνης.
Μία έκθεση στο Κέντρο Τέχνης και Τεχνολογίας των Μέσων (ΖΚΜ) της Καρλσρούης, με τον τίτλο Global Activism, όπου κρύβεται έντεχνα και η λέξη civis (πολίτης), επιχειρεί να χαρτογραφήσει και να ερμηνεύσει τις σύγχρονες μορφές εξέγερσης με όρους πολιτικής αισθητικής σε παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Ο διευθυντής του, Πέτερ Βάιμπελ, παλιός γνώριμος της ριζοσπαστικής μιντιακής τέχνης, μιλάει για «παραστασιακή δημοκρατία» (performative Demokratie), με την υβριδική ονομασία Artivism (art+activism), φιλοξενώντας στους χώρους του Κέντρου τις ποικίλες εκφάνσεις και εγκαταστάσεις των σύγχρονων εξεγέρσεων. Στην είσοδο του κτιρίου, οι «ιγκλού» σκηνές, στοιβαγμένες, σχεδόν ατάκτως ερριμμένες, παραπέμπουν στις μέρες της κατάληψης του πάρκου Γκεζί της Κωνσταντινούπολης (Post Resistance, έργο του Οζμάν Μποζκούρτ), ένα κιτρινόμαυρο πανό της Γκρίνπις υπενθυμίζει «Αν ο κόσμος ήταν μια τράπεζα, θα τον είχατε σώσει αμέσως», κι ένα κομμάτι από τον «φράκτη της Στουτγάρδης», γεμάτος από τα χειρόγραφα μηνύματα των διαδηλωτών, υπενθυμίζει τις μέρες των κινητοποιήσεων κατά του εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης. Στους υπόλοιπους χώρους παρουσιάζονται τα συμπαρομαρτούντα των εξεγέρσεων, φωτογραφίες, βίντεο από κινητοποιήσεις, πλακάτ, συνθήματα. Ολα, ή σχεδόν όλα, θυμίζουν Ten Years After στο «I’d like to change the world» (που το υφάρπαξε η διαφημιστική απληστία), τα γεγονότα είναι τόσο νωπά ακόμα στην (ψηφιακή) μνήμη, που δεν έχουν προλάβει να γίνουν ούτε μύθος ούτε ιστορία, έχοντας (πρόσκαιρα;) εγκαταλείψει τον φυσικό δημόσιο χώρο, αλλά κυρίως το πολιτισμικό context, όπου αυτές οι ρευστές μορφές κινητοποιήσεων εκδηλώνονται, προτού αποκρυσταλλωθούν σε μιντιακό φαινόμενο και υλικό. Στην ουσία, όλοι (μίντια, διανοούμενοι, θεσμοί, κόμματα και κινήματα), σαν εντομολόγοι, θέλουν κιόλας να φυλακίσουν την «πεταλούδα της εξέγερσης» στην απόχη του εργαλειοποιημένου Λόγου. Ομως, ο «Κεμάλ» του Μ. Χατζιδάκι παραμένει σαρδόνια επίκαιρος.

