«Ο κόσμος που εδώ και χρόνια έχει σχηματιστεί στην ψυχή μου, δεν μπορούσε να φανεί μονομιάς· βγαίνει σταδιακά μέσα από τα έργα μου. Βλέπω τον κόσμο γεμάτο φως, αντανακλάσεις και λάμψεις. Αυτά προσπαθώ να μεταφέρω στη γλυπτική μου», λέει στην «Κ» η γλύπτρια και ομότιμη καθηγήτρια Γλυπτικής της ΑΣΚΤ Αφροδίτη Λίτη.
Το πρώτο που παρατηρεί κανείς στην έκθεση «Το παιχνίδι της ανάδυσης» στην γκαλερί Citronne του Πόρου, δεν είναι τα ίδια τα γλυπτά, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρίνονται στο φως. Οι γυαλισμένες επιφάνειες και οι ψηφίδες Murano συλλέγουν τις μεταβολές του φωτισμού και τις αντανακλούν στον χώρο. Η παρουσία της θάλασσας έξω από τον εκθεσιακό χώρο γίνεται αισθητή ως συνθήκη θέασης και εντέλει γίνεται μέρος της.
Με τη συγκεκριμένη δουλειά της, η Αφροδίτη Λίτη συγκροτεί ένα περιβάλλον όπου το νερό λειτουργεί ως σημείο αναφοράς χωρίς να αναπαρίσταται άμεσα. Κολυμβήτριες, δελφίνι, όστρακα και βάρκα ενεργοποιούν συνειρμούς γύρω από τη μνήμη, το ταξίδι, το σώμα και τον μύθο. Τα έργα λειτουργούν κυρίως μέσα από τις σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους και με τον χώρο. Τα υλικά της δημιουργού –χαλκός, αλουμίνιο, ανοξείδωτο μέταλλο– είναι σκληρά και βαριά, αλλά εδώ μοιάζουν ελαφρά και διάφανα. Το μυστικό τους, η γυαλιστερή επιφάνειά τους. «Το γυάλισμα με το χέρι είναι μια δουλειά που θέλει πολύ χρόνο και πολλή υπομονή. Μου αρέσει να κάθομαι πάνω στα έργα επί μήνες Πιστεύω ότι παίρνω πάρα πολλά από τη διαδικασία, αλλά και το ίδιο το έργο μού προσφέρει πράγματα. Μέσα από τη συγκέντρωση στο γυάλισμα, που σιγά σιγά γίνεται όλο και πιο έντονη, δημιουργείται μια κατάσταση σχεδόν διαλογιστική», εξηγεί.
Η γλύπτρια ενδιαφέρεται εδώ και χρόνια για τις γυαλιστερές επιφάνειες και για την αμφίσημη φύση του καθρέφτη. «Ο καθρέφτης παραμένει ύλη, αλλά συγχρόνως χάνει τη βαρύτητά της μέσα από το φως και την αντανάκλαση», τονίζει. «Η λάμψη στα έργα μου είναι ένας τρόπος ώστε να διευρυνθούν τα όρια του γλυπτού, να δημιουργηθούν πολλαπλές εικόνες και να εμπλακεί ο θεατής μέσα σε αυτές».
Η καλλιτεχνική προσήλωσή της στην επιφάνεια που λάμπει δεν έγινε πάντοτε εύκολα αποδεκτή από το κοινό. Η κ. Λίτη θυμάται ότι επί πολλά χρόνια οι επιλογές της αντιμετωπίστηκαν με επιφυλακτικότητα. Η ίδια όμως δεν εγκατέλειψε ποτέ τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. «Οταν ξεκίνησα να δουλεύω τη γλυπτική με γυαλιστερές επιφάνειες και χρώμα, η συγκεκριμένη αισθητική δεν ήταν καθόλου αποδεκτή στην Ελλάδα. Υπήρχε μια δυσπιστία απέναντι σε οτιδήποτε διέθετε ακτινοβολία, πράγμα που το εισέπραξα και μέσα από τις κριτικές. Παρ’ όλα αυτά, ήταν μια βαθιά προσωπική επιλογή, την οποία είχα επεξεργαστεί μέσα μου και δεν αμφέβαλα ποτέ γι’ αυτήν. Ηξερα τι κάνω ευθύς εξαρχής και ανέκαθεν πίστευα ότι θα χρειάζονταν πολλά χρόνια για να διαβαστεί σωστά η δουλειά μου. Για μένα το γυάλισμα δεν είναι κάτι επιφανειακό ή διακοσμητικό».
Το αποτέλεσμα της επιμονής της και μιας πλέον παγιωμένης σχέσης με την τέχνη της συνθέτει στην αίθουσα τέχνης του Πόρου μια έκθεση που προσκαλεί τον θεατή να παρατηρήσει προσεκτικά τις μεταμορφώσεις του χώρου, του φωτός και των ίδιων των έργων. «Και παρότι η δουλειά μου συχνά θεωρήθηκε διαφορετική από ό,τι συνηθίζεται, η έμπνευσή μου προέρχεται ακριβώς από το ελληνικό φως και τη φύση. Δεν σκέφτηκα ποτέ να εγκαταλείψω την πατρίδα μου· αντιθέτως, όλα όσα κάνω, γεννιούνται από αυτό που βλέπω γύρω μου».
«Το παιχνίδι της ανάδυσης», γκαλερί Citronne Πόρου, έως τις 13/9.

