Υστερα από τρεις δεκαετίες έρευνας, δικαστικών μαχών, συγκρούσεων και απειλών που ταρακούνησαν τον κόσμο της τέχνης, κυκλοφορεί το νέο catalogue raisonné του Αμεντέο Μοντιλιάνι, που δημοσιεύτηκε από το Institut Restellini σε διανομή από τις εκδόσεις Yale University Press. Στους έξι τόμους περιλαμβάνονται συνολικά 421 πίνακες, ανάμεσά τους 100 προσφάτως πιστοποιημένα έργα, ενώ 15 έργα που βρίσκονταν σε παλαιότερους καταλόγους αποκλείστηκαν.
Η ιστορία της νέας έκδοσης, που προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις, ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν ο Παριζιάνος έμπορος τέχνης Ντανιέλ Γουαϊλντενστάιν ανέθεσε στον ιστορικό τέχνης Μαρκ Ρεστελινί τη σύνταξη ενός νέου καταλόγου. Ο πιο έγκυρος μέχρι τότε ήταν εκείνος του Αμπρότζιο Τσερόνι, όμως θεωρείτο ήδη παρωχημένος, καθώς περιλάμβανε μόνο έργα που είχε δει ο ίδιος, με την τελευταία ουσιαστική αναθεώρησή του να έχει γίνει το 1972. Ο ίδιος ο Μοντιλιάνι δεν είχε αφήσει απομνημονεύματα ή καταγραφή του έργου του, το οποίο πλαστογραφήθηκε ουκ ολίγες φορές.
Η διαδικασία σύνταξης του νέου καταλόγου προκάλεσε αντιδράσεις από την αρχή, με τον Ρεστελινί να βρίσκεται αντιμέτωπος με συλλέκτες των οποίων τα έργα δεν θα περιλαμβάνονταν στον νέο κατάλογο. «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλουν να εμφανιστεί ο κατάλογός μου. Θα είναι σαν ατομική βόμβα», είχε δηλώσει το 2012 στο Art Newspaper, αποκαλύπτοντας μάλιστα ότι σε αυτές τις τρεις δεκαετίες δέχθηκε ακόμη και απειλές για τη ζωή του.
Ενα από τα έργα που παραλείφθηκαν από τον νέο κατάλογο είναι το «Portrait of Beatrice Hastings Seated» (1915), το οποίο βρέθηκε στο επίκεντρο δικαστικής διαμάχης του Ρεστελινί με το Wildenstein Plattner Institute (WPI) το 2020, 14 χρόνια μετά τον θάνατο του Γουαϊλντενστάιν. Ο Ρεστελινί υποστήριξε ότι το WPI διατηρούσε και διαχειριζόταν χωρίς άδεια το αρχειακό υλικό της έρευνάς του, μετά την απόφαση του ιστορικού να αποχωρήσει το 2015 και να συνεχίσει ανεξάρτητα το έργο του. Το WPI, από την πλευρά του, κατηγόρησε τον ιστορικό τέχνης για «μονοπωλιακές» πρακτικές και υποστήριξε ότι δεν ήταν απαραίτητη η νέα έρευνα, αφού υπήρχε ήδη ο κατάλογος Τσερόνι. Για να αντικρούσει αυτό το επιχείρημα, ο Ρεστελινί χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο έργο ως παράδειγμα των αδυναμιών του Τσερόνι, καθώς ο παλιός κατάλογος το είχε συμπεριλάβει, χωρίς να αναφέρει ότι πιθανόν είχε υποστεί σημαντικές τροποποιήσεις –σύμφωνα πάντα με τον Ρεστελινί– μεταξύ της δημιουργίας του και της πρώτης εμφάνισής του σε δημοπρασία το 1997. Επειτα από πολυετείς δικαστικές διαμάχες, τα δύο μέρη συμβιβάστηκαν και ο Ρεστελινί έλαβε πίσω το αρχείο του, ολοκληρώνοντας το 2024 την τελική επιμέλεια των έξι τόμων.
Μιλώντας πρόσφατα στο Art Newspaper, εξήγησε ότι αρκετά από τα έργα που παραλείφθηκαν δεν αποκλείστηκαν ως οπωσδήποτε πλαστά, αλλά επειδή δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν. «Γνωρίζουμε ότι υπήρχαν, αλλά δεν ξέρουμε τι απέγιναν – ίσως κλάπηκαν ή καταστράφηκαν», είπε και διευκρίνισε ότι για λόγους ασφάλειας αποφεύγει να συμπεριλάβει στον κατάλογο παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες χαμένων έργων, καθώς στο παρελθόν πλαστογράφοι έχουν αντιγράψει τέτοιες εικόνες.
Το 2027 ο Ρεστελινί θα παρουσιάσει στην Pace Gallery της Νέας Υόρκης τα επιπλέον έργα που δεν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο Τσερόνι, δίνοντας στο κοινό την πρώτη ευκαιρία να τα δει και να τα αξιολογήσει. Το επόμενο μεγάλο εγχείρημά του θα είναι η σύνταξη του καταλόγου των σχεδίων του Μοντιλιάνι – ένα ακόμη πιο απαιτητικό έργο, καθώς τα σχέδια θεωρούνται από τους ειδικούς πολύ πιο ευάλωτα στην πλαστογραφία.

