ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Με τον Τσιτσάνη πολλοί έχουν καταπιαστεί. Με τη δράση του όμως στη Θεσσαλονίκη ποιος άλλος θα μπορούσε καλύτερα από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Με μια νέα μελέτη ή «ερευνητική εργασία», όπως ο ίδιος την χαρακτηρίζει στην «K», προσφέρει ενδιαφέρον υλικό σε 117 σελίδες, για το έργο του μεγάλου αυτού λαϊκού δημιουργού, ενώ ήδη σχεδιάζει δύο ακόμη εκδόσεις που θα κυκλοφορήσουν εντός του χρόνου.
«Τα τραγούδια του Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί γερμανικής κατοχής», είναι και ο τίτλος του βιβλίου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μπιλιέτο», στο οποίο ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος εστιάζει τη δραστηριότητα του κορυφαίου λαϊκού δημιουργού στη Θεσσαλονίκη. Εκεί όπου δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή – τη σχολή του Τσιτσάνη ή τη σχολή της Θεσσαλονίκης, όπως λέει, η οποία περιλαμβάνει πολλά τραγούδια, κλασικά πια στις μέρες μας.
Ετσι κι αλλιώς, η αγάπη του συνθέτη για τη Θεσσαλονίκη είναι γνωστή, όχι μόνο μέσα από τα τραγούδια που έγραψε αλλά και εξομολογήσεις που είχε κάνει κατά καιρούς. Οπως αυτή το 1979, στον Κώστα Χατζηδουλή («Η ζωή μου, το έργο μου»): «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο αγαπώ τη Θεσσαλονίκη. Σ’ αυτήν την πόλη, ετοίμασα, στην Κατοχή, ολόκληρο έργο ένα έργο που είχε μέσα του τον καλύτερο μουσικό μου κόσμο». Τα λόγια του αυτά, δίνουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα στην περίοδο της Θεσσαλονίκης, όπου ο λαϊκός δημιουργός έζησε (1938 – 1946) συνθέτοντας τα μελωδικότερα ίσως τραγούδια του.
Δημιουργίες 1941 – 46
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, με βάση τις έρευνες για τα δύο προηγούμενα βιβλία του («Ο Βασίλης Τσιτσάνης και τα πρώτα τραγούδια του», 1994, και «Το ρεμπέτικο και η Θεσσαλονίκη», 1999) συγκεντρώνει στη μελέτη του, δημιουργίες της περιόδου 1941 – 1946 και τις ταξινομεί χρονολογικά, παραθέτοντας όλα τα στοιχεια – βιβλιογραφικά και δισκογραφικά. Εξετάζει εξονυχιστικά την εποχή εκείνη, δίνοντας μια πολυμορφία στην καταλογράφηση των τραγουδιών με μικρές ερευνητικές εργασίες στις οποίες, όπως διευκρινίζει ο ίδιος, επειδή έδωσε έναν εκλαϊκευτικό χαρακτήρα, «απευθύνεται τόσο στους μελετητές όσο και στο ευρύ κοινό».
Ταυτόχρονα θεμελιώνει την άποψή του, σύμφωνα με την οποία «τρεις ήταν οι αιτίες για το ξεχωριστό έργο του συνθέτη στην περίοδο της Κατοχής η ωριμότητα, η αποκοπή του από την Αθήνα σε συνδυασμό με τις συνθήκες της εποχής αλλά και η μυστική επίδραση της Θεσσαλονίκης συνέβαλαν να αποδώσει το καλύτερο έργο».
Ο,τι αγαπήθηκε
Ο κατάλογος αυτής της περιόδου περιλαμβάνει 32 τραγούδια, μεταξύ των οποίων κι εκείνα που αγαπήθηκαν πολύ από το λαό («Συννεφιασμένη Κυριακή» που κατά την άποψη του συγγραφέα γράφτηκε στη Θεσσαλονίκη, «Μπαξέ Τσιφλίκι», «Βάρκα γιαλό», «Αραπίνες», «Τα Πέριξ», «Λιτανεία του μάγκα», «Μη χειρότερα», «Θεέ μου», «Μπλόκος», «Αχάριστη», «Τρέξε μάγκα να ρωτήσεις», «Τι σε μέλλει εσένα κι αν γυρνώ», «Χωρίσαμ’ ένα δειλινό», κ.ά).
«Ειναι η πιο γόνιμη περίοδος του Τσιτσάνη», εξηγεί στην «K» ο συγγραφέας-ποιητής. «Το έργο αυτό εν πολλοίς ανέτρεψε το προηγούμενο που και ο ίδιος ο συνθέτης το χαρακτήριζε θολό. Η επίδραση της Θεσσαλονίκης συνεχίζεται και μετά την Κατοχή στην Αθήνα, οπότε το έργο του ολοκληρώνεται μετά μία οκταετία (1955 ή ’56). Δεν ξέρω αν υπάρχει αθηναϊκή περίοδος Τσιτσάνη, υπάρχει όμως σίγουρα περίοδος Θεσσαλονίκης με αθηναϊκές προεκτάσεις».
Στο βιβλίο του ο Ντίνος Χριστιανόπουλος κάνει εκτενή ανάλυση στη «Συννεφιασμένη Κυριακή» τον αργό ζεϊμπέκικο που γράφτηκε επί Κατοχής, με αναφορές στις σχέσεις στιχουργών και συνθετών και με στοιχεία για «τις 19 ερμηνείες που εντόπισα αλλά καμμία σχεδόν δεν με ικανοποίησε», όπως διευκρινίζει. Η «Λιτανεία του μάγκα» -ένα από τα πιο πρωτότυπα και συναρπαστικά τραγούδια- τού δίνει την αφορμή να στοιχειοθετήσει την άποψη ότι ο Τσιτσάνης δεν ήταν «ναρκομανής» ή «κομμουνιστής». Βάλλει ευθέως κατά συγγραφέων βιβλίων που προσπαθούν να προσεγγίσουν το έργο του Τσιτσάνη αλλά και τον ίδιον, με παραπλανητικά στοιχεία, ενώ κατά τη γνώμη του πρωτογενές υλικό προσφέρουν οι εκδόσεις των Μανιάτη και Θεόφιλου Αναστασίου.
Ο ίδιος εκτιμά ότι το πρώτο του βιβλίο έδωσε το έναυσμα για έναν «εκδοτικό οργασμό» γύρω από το έργο του Τσιτσάνη. «Θεωρώ ότι το 1994 κατάφερα μια αλλαγή κατευθύνσεως στη στάση μας απέναντι στον Τσιτσάνη. Με τις θέσεις μου επέτυχα να τον επιβάλλω μετά θάνατον ως τον καλύτερο συνθέτη λαϊκών τραγουδιών όχι μόνο στο χώρο του ρεμπέτικου ή του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, αλλά προβλέπω ότι θα εξελιχθεί σε έναν διεθνούς φήμης λαϊκό συνθέτη».
Και νέα εργασία
Η έρευνά του, ωστόσο, για τον λαϊκό συνθέτη δεν σταματάει στην πρόσφατη μελέτη του. Μέχρι τέλος του έτους θα κυκλοφορήσει μία ακόμη εργασία «Δημοσιεύματα για το ρεμπέτικο» με εκτεταμένη βιβλιογραφία από το ’44 ώς το ’68, ενώ επίκειται μια «Ανθολογία τραγουδιών του Τσιτσάνη», μια επιλογή των «αριστουργημάτων». «Από τα 700 έχω διαλέξει μόνον 175. Μπορεί να φαίνομαι φανατικός θαυμαστής του, ωστόσο έχω μια κριτική στάση απέναντί του. Αλλο πράγμα να αγαπάς κι άλλο να στέκεσαι κριτικά απέναντι στην αγάπη».

