Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη μαγεύτηκε από την καλοσυνάτη συμπεριφορά και τον εξαιρετικό χαρακτήρα του Γιάννη Παπαϊωάννου. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Στελλάκη Περπινιάδη, που τον αναφέρει ως «τον καλύτερο άνθρωπο που γνώρισα στην καριέρα μου», των Μανώλη Χιώτη «το καλύτερο παιδί που υπάρχει πάνω στη γη», Βασίλη Τσιτσάνη «μια ψυχή γεμάτη καλοσύνη», Γιώργου Ζαμπέτα «κολόνα από τον Παρθενώνα», Μιχάλη Γενίτσαρη «η μεγάλη ψυχή του ρεμπέτικου», Βαγγέλη Περπινιάδη «ωραίος άνθρωπος, χρυσή καρδιά, με τα αστεία του, τα καλαμπούρια του».
Ο μπαρμπα-Γιάννης είχε μία μαγική σχέση με το κοινό του, τον απλό λαϊκό κόσμο που τον ακολουθούσε πιστά όπου κι αν εμφανιζόταν. Είχε το χάρισμα να δένεται, να γίνεται ένα μαζί τους. Γλεντζές, εύθυμος χαρακτήρας, δημιουργούσε μια μοναδική, κεφάτη κι εκρηκτική ατμόσφαιρα. Ολα αυτά, σε συνδυασμό με τη μαγική πενιά του και τα αθάνατα τραγούδια του, τον έχρισαν μοναδικό και… περιζήτητο.
Ομως μετά από το ξεκίνημά του στη δισκογραφία, με την ξακουστή «Φαληριώτισσα» που φωνογράφησε το 1937, ο γεννημένος στην Κίο της Προποντίδας το 1913, Γιάννης Παπαϊωάννου, έβλεπε σταδιακά να αλλάζει το σκηνικό στο «τοπίο» του λαϊκού τραγουδιού.
Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και αρχές του ’70, εμφανιζόταν τη χειμερινή περίοδο με το Βασίλη Τσιτσάνη στο «Χάραμα» της Καισαριανής και τη θερινή στο «Πανόραμα» στις Τζιτζιφιές. Από εκεί έφυγε το τελευταίο του ξημέρωμα για να πάει στο εξοχικό του στη Σαλαμίνα… αλλά στο Πέραμα ο «άχαρος» του είχε στήσει το μοιραίο καρτέρι.

«Καθόμουν που λες στο μαγαζί απ’ έξω… Ηρθε μία παρέα από εφτά άτομα. Τρεις γυναίκες και τέσσερις άντρες. Κατεβήκανε από το αυτοκίνητο και πλησιάσανε την πόρτα του μαγαζιού. Κοιτάνε επάνω και βλέπουν τις φωτογραφίες που είναι στο μαγαζί απ’ έξω, του Τσιτσάνη κι εμένα. Μόλις τις είδανε, οι γυναίκες γυρίζουνε και λένε στους άντρες: πάμε να φύγουμε να πάμε αλλού, γιατί αυτός εδώ είναι άσχημος! Μάλιστα, είπανε πάμε να φύγουμε γιατί αυτός εδώ είναι άσχημος. Δηλαδή ο Τσιτσάνης κι εγώ… Δεν έρχονται να ακούσουνε, έρχονται για να δούνε, για να μπανίσουνε. Γι’ αυτό οι λιμοκοντόροι τραγουδιστές, οι ωραίοι στη φάτσα, παίρνουνε χιλιάρικα μεροκάματο. Εκεί καταντήσαμε οι λαϊκοί τραγουδιστές…». (¹)
Πηγές:
(¹) «Γιάννης Παπαϊωάννου – Ντόμπρα και Σταράτα» επιμέλεια Κώστας Χατζηδουλής (εκδόσεις Κάκτος, 1982).

