Στα παρασκήνια του «Ταξιτζή»

Με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την πρώτη κυκλοφορία του «Ταξιτζή» και την επανέκδοση του φιλμ, η «Κ» θυμάται ιστορίες από τα παρασκήνια της θρυλικής ταινίας

3' 39" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ποιος ήρωας είναι πιο σκοτεινός από τον Μπάτμαν (που κοιμάται σε σπηλιά), πιο αμφιλεγόμενος από τον Βένομ (που καταβροχθίζει ανθρώπους) και πιο οξύθυμος από τον Χαλκ (που γίνεται πράσινος και τεράστιος από τα νεύρα); Μα φυσικά ο Τράβις Μπικλ ή αλλιώς ο «Ταξιτζής» από την ομώνυμη θρυλική ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, η οποία μας σύστησε αυτόν τον μοναδικό χαρακτήρα πολλά χρόνια νωρίτερα από τους σύγχρονους εκδικητές της οθόνης.

Με την αφορμή των 50 ετών από την πρώτη κυκλοφορία του φιλμ, ο «Ταξιτζής» επανέρχεται αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες –και συγκεκριμένα στο θερινό «Ατενέ» στα Πατήσια– στην ψηφιακά επεξεργασμένη 4Κ εκδοχή του, την οποία έχει επιμεληθεί ο ίδιος ο Μάρτιν Σκορσέζε, μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας Μάικλ Τσάπμαν.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο σεναριογράφος της ταινίας, Πολ Σρέιντερ, είχε μόλις μετακομίσει από τη Νέα Υόρκη στο Λος Αντζελες. Μέσα σε λίγους μήνες ο γάμος του κατέρρευσε, ενώ ο ίδιος, υποφέροντας από αϋπνία, βρέθηκε να τριγυρνά τις νύχτες σε σινεμά πορνό, «βασικά γιατί ήταν τα μόνα μέρη που έμεναν ανοιχτά εκείνη την ώρα», όπως είχε πει σε μια συνέντευξή του. Κάπου εκεί του ήρθε η έμπνευση για τον Τράβις Μπικλ, έναν μοναχικό ταξιτζή που γυρνάει όλη νύχτα στην πόλη, κλεισμένος σε ένα όχημα που μοιάζει με μεταλλική κιβωτό, ριγμένη μέσα σε μια θάλασσα ακολασίας, εγκλήματος, κυριολεκτικής και μεταφορικής δυσωδίας.

Στα παρασκήνια του «Ταξιτζή»-1
Ντε Νίρο και Σκορσέζε στη διάρκεια των γυρισμάτων, το 1976.

Τον έκανε βετεράνο του Βιετνάμ για να εγκιβωτίσει μέσα του το συλλογικό τραύμα που ταλάνιζε εκείνη την εποχή την Αμερική, ενώ άντλησε ακόμα έμπνευση από τα ημερολόγια του Αρθουρ Μπρέμερ, του ανθρώπου που αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον προεδρικό υποψήφιο Τζορτζ Γουάλας το 1972. Τελικά ένας άλλος επίδοξος δολοφόνος, ο Τζον Χίνκλεϊ Τζ., προσπάθησε να σκοτώσει τον πρόεδρο Ρέιγκαν το 1981, θέλοντας να μιμηθεί, όπως είπε στις Αρχές, τον ήρωα του «Ταξιτζή».

Ο Μάρτιν Σκορσέζε συλλαμβάνει στον φακό του μια πόλη σχεδόν εφιαλτική· εμπύρετη, πολυάνθρωπη, βρωμερή και παραμελημένη, η Νέα Υόρκη των ’70s αναδύεται σαν ένα φρικτό περιβάλλον.

Ο τελευταίος δεν είναι τόσο υπηρέτης της δικαιοσύνης όσο οργισμένος vigilante, ενώ στον ηθικολογικό κανόνα «με τη μεγάλη δύναμη, έρχεται και η μεγάλη ευθύνη» του… Σπάιντερμαν, εκείνος απαντά με το σαφώς απειλητικότερο «κάποια μέρα θα έρθει μια αληθινή βροχή και θα ξεπλύνει αυτή τη βρώμα από τους δρόμους». Η «βρώμα», βέβαια, ήταν και κυριολεκτική. Γυρίζοντας εν μέσω θέρους και απεργίας των συνεργείων καθαριότητας, ο Σκορσέζε συλλαμβάνει στον φακό του μια πόλη σχεδόν εφιαλτική· εμπύρετη, πολυάνθρωπη, βρωμερή και παραμελημένη, η Νέα Υόρκη των ’70s αναδύεται σαν ένα φρικτό περιβάλλον, όχι απαραίτητα ρεαλιστικό, αλλά σίγουρα πολύ αληθινό μέσα στο ταραγμένο μυαλό του Τράβις.

Επειτα είναι, φυσικά, ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. Οπως έχει πει ο Σκορσέζε, διαβάζοντας το σενάριο έφερε αμέσως στο μυαλό του τον «Σαμουράι» του Ζαν-Πιερ Μελβίλ, όμως ο Αλέν Ντελόν αρνήθηκε όταν του προτάθηκε ο ρόλος. Ιδια ήταν η απάντηση και του Ντάστιν Χόφμαν στους παραγωγούς της ταινίας, χαρακτηρίζοντας μάλιστα «τρελό» τον Μάρτιν Σκορσέζε που καταπιάστηκε με ένα τέτοιο πρότζεκτ. Εξίσου… τρελός αποδείχθηκε πάντως ο Ρόμπερτ ντε Νίρο, ο οποίος μπήκε ορμητικά στο εγχείρημα, βγάζοντας κανονικό δίπλωμα οδηγού ταξί και ξεκινώντας να κάνει δρομολόγια στη Νέα Υόρκη προκειμένου να μπει στο πετσί του χαρακτήρα.

Ο Αμερικανός ηθοποιός επισκέφθηκε επίσης ένα στρατόπεδο προκειμένου να ηχογραφήσει και να μελετήσει τη στρατιωτική αργκό, ενώ έχασε 16 κιλά ώστε να αποκτήσει το «στεγνό» παρουσιαστικό του Τράβις. Οσο για το περίφημο κούρεμά του σε στυλ «Μοϊκανού», με το οποίο εμφανίζεται στη σκηνή όπου προτίθεται να δολοφονήσει τον γερουσιαστή Πάλανταϊν, έχει και αυτό στρατιωτική προέλευση, αφού έτσι υποτίθεται ότι κουρεύονταν όσοι πήγαιναν στις πιο επικίνδυνες αποστολές στο Βιετνάμ. Δίπλα στον Ντε Νίρο, στον ρόλο της νεαρής εκδιδόμενης, την οποία ο Τράβις αποφασίζει να υπερασπιστεί, βλέπουμε τη 12χρονη (!) τότε Τζόντι Φόστερ, άλλη μια επιλογή που σκανδάλισε, όμως αποδείχθηκε εξαιρετικά εύστοχη, φτάνοντας μέχρι τις υποψηφιότητες των Οσκαρ.

Λόγω εποχής, αλλά και περιορισμένου προϋπολογισμού (μόλις 1,9 εκατ. δολάρια), ο «Ταξιτζής» είναι προφανώς μια ταινία απολύτως χειροποίητη. Ο Σκορσέζε στρίμωξε τον τεχνικό ήχου με τον εξοπλισμό του στο πορτ-μπαγκάζ του ταξί, ενώ ο ίδιος, μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας, πήρε θέση στο πίσω κάθισμα, κινηματογραφώντας μέσα από το όχημα, όπως θα έκαναν οι πιονέροι της νουβέλ βαγκ. Η τόλμη της ταινίας του δεν ήταν μόνο πρωτοφανής για τα ’70s –γλίτωσε στο τσακ τον χαρακτηρισμό «μόνο για ενηλίκους»–, αλλά διαχρονικό υπόδειγμα αντισυμβατικού σινεμά για το ευρύ κοινό, το οποίο ακόμα και σήμερα, μισόν αιώνα αργότερα, συνεχίζει να τρέχει με τα φρένα σπασμένα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT