Οι παλιές φωτογραφίες από το κέντρο της Αθήνας, φωτογραφίες σχετικά νωπές στον ιστορικό χρόνο, μας δείχνουν μια εντελώς διαφορετική χρήση του δημοσίου χώρου. Αυτονόητο ότι γεννώνται ποικίλα συναισθήματα στην παρατήρηση αυτών των τεκμηρίων, όπως απολύτως φυσικά προκύπτει και το ερώτημα για το πότε και για ποιους λόγους οι μεγάλες πλατείες εξελίχθηκαν από σημείο συνάντησης σε τόπο διερχομένων. Καθώς η ίδια η φύση των πόλεων είναι ταυτόσημη με τη μεταβολή και με κάθε είδους αλλαγή στα ήθη και στις συνήθειες, με μια νέα γενιά 18άρηδων κάθε χρόνο να μετέχει ενεργά στη ζωή της Αθήνας, δεν είναι περίεργο εικόνες γεμάτων καφενείων στην πλατεία Συντάγματος να μοιάζουν μακρινές και νοσταλγικές.
Ωστόσο, υπάρχει και ένα ζήτημα ποιότητας, που αγγίζει όλες τις εποχές. Ειδικά η πλατεία Συντάγματος αντανακλά το γενικό ήθος και τον ρυθμό της πρωτεύουσας, και καθώς εδώ και πολλά χρόνια είναι ένας τόπος χωρίς συνεκτικά σημεία αναφοράς, χωρίς δική του κοινωνική ζωή, η σύγκριση με το χθες δίνει πολλά σημεία προς σχολιασμό. Στην πλατεία Συντάγματος βλέπουμε σε πλήρη εξέλιξη ένα από τα διεθνή φαινόμενα των μητροπόλεων, ιδίως εκείνων που δεν εκτίμησαν τη δύναμη, την αίγλη και τα ανταποδοτικά οφέλη μιας ιστορικής συνέχειας. Δεν είναι μόνο που η πλατεία αυτή στερείται (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος καθώς περιβάλλεται ως επί το πλείστον από δευτεροκλασάτα κτίρια (σύμφωνα τόσο με την αθηναϊκή όσο και με τη διεθνή πραγματικότητα), είναι και ότι επέτρεψε χωρίς κανένα όριο, φίλτρο ή πρόβλεψη να μετατραπεί σε ένα ατελείωτο σουλάτσο διερχομένων χωρίς κανένα σημείο στάσης που να προσδίδει αίγλη, ενδιαφέρον ή προοπτική στην πόλη. Εξαιρώ τα ξενοδοχεία. Η κοινωνική ζωή της πλατείας, ο αστικός εξοπλισμός της, η συντήρηση και η ανάπτυξη του πρασίνου, το επίπεδο της καθαριότητάς της, η οπτική βαβούρα, η ηχορρύπανση και το πλήθος των τροχοφόρων αντανακλούν ένα επίπεδο ζωής όχι ζηλευτό.
Τα παλιά καφενεία και ζαχαροπλαστεία της πλατείας Συντάγματος είναι παρελθόν εδώ και δεκαετίες. Εχουν αντικατασταθεί από αλυσίδες μαζικής εστίασης, υπάρχουν περίπτερα – μίνι μάρκετ άθλιας αισθητικής, στη θέση των αξεπέραστων περιπτέρων που είχε κάποτε η Αθήνα. Μια πόλη που ξέρει από μάρκετινγκ, αν μη τι άλλο, θα είχε ανακατασκευάσει δύο ξύλινα κίτρινα περίπτερα και θα τα είχε στήσει στην πλατεία ως μέρος μιας ξεχωριστής ταυτότητας. Αλλά το ζήτημα είναι η μαζικοποίηση της εμπειρίας, το περπάτημα που προσομοιάζει με σκρολάρισμα, η συρρίκνωση της ελληνικής επιχειρηματικότητας με την απουσία πλέον εστιατορίων, καφενείων και καταστημάτων μιας παράδοσης. Είναι φαινόμενο διεθνές, μόνο που στην Αθήνα, που έχει κατορθώσει το ακατόρθωτο (να διαγράψει τη νεότερη ιστορία της), η απουσία κάποιων σημείων αναφοράς που θα επιδράσουν συνεκτικά και θετικά στη λειτουργία της πόλης παίρνει τις διαστάσεις μιας επιδημίας.
Με τις δυνατότητες που δίνει η εποχή μας, πολλά θέματα θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί, όπως η φροντίδα του δημοσίου χώρου ακόμη και σε εποχές όπως η σημερινή με τα πλήθη στα τουριστικά σημεία. Η πλατεία Συντάγματος θα μπορούσε να κοιτάζει προς το μέλλον έχοντας επίγνωση της ιστορικής διαδρομής της, να γεννάει αισθήματα ανάτασης και ευφορίας. Αυτό παραμένει ζητούμενο και δεν είναι ακατόρθωτο.

