Ηταν στα μέσα της περασμένης δεκαετίας, 2014-2015, που η ιστορία του Κωνσταντίνου Πίττα δημιουργούσε αίσθηση. Είχε φέρει στο φως, έπειτα από πολλά χρόνια αφάνειας, τις φωτογραφίες που είχε βγάλει ταξιδεύοντας νεαρός, στη δεκαετία του 1980, στην Ευρώπη, Ανατολική και Δυτική. Ηταν ένα άτυπο μαυρόασπρο φωτογραφικό ημερολόγιο μιας Ευρώπης προ πολλού χαμένης, μιας Ευρώπης από τα σπήλαια μιας προσωπικής μνήμης, που γινόταν οικουμενική. Ο Κωνσταντίνος Πίττας ήταν ένας ποιητής χωρίς ίσως να το ξέρει.
Μαζί φωτογράφιζε την Αθήνα, εκείνα τα χρόνια του ’80, μαυρόασπρες λάμψεις μιας καθημερινότητας στιλπνής, πένθιμης, ερωτικής, μοναχικής, απρόσμενης, μυστηριακής. Ενα σώμα δουλειάς, οι φωτογραφίες του, που τις είδε και τις εκτίμησε πολύς κόσμος, σε εκθέσεις στην Ελλάδα (Μουσείο Μπενάκη) και στο εξωτερικό, σε εκδόσεις, σε ξεναγήσεις.
Και τώρα, ένα νέο βιβλίο. Η «Φωτο-γραφία» του Κωνσταντίνου Πίττα είναι ένα λεύκωμα από τις εκδόσεις Κίχλη, λεύκωμα ιδιόμορφο, καθώς εδώ, υπάρχει και κείμενο που συνοδεύει, εξηγεί, ανατέμνει κάθε εικόνα. Κείμενα που θυμίζουν ποίηση, πεζοτράγουδα, εξομολογήσεις βαθύτατης λεπτότητας και οξυδέρκειας, ένα όλον κειμένου και φωτογραφίας, μια επανασύσταση.
Ελεγε ο Κωνσταντίνος Πίττας πως «έβλεπα αυτό που δεν ενδιέφερε τους άλλους, έβλεπα τους αόρατους ανθρώπους…». Συνοπτικά, μας θυμίζει με δυο λόγια, όπως λέει, πως «από το 1984, φωτογράφισα επί 5 χρόνια, στην Αθήνα αρχικά και μετά σε όλη την Ευρώπη, μέχρι τον Νοέμβριο του 1989. Την επομένη της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου (ήμουν στο Βερολίνο εκείνη την ημέρα), τα παράτησα, έθαψα τις φωτογραφίες μου και τις ξέχασα εντελώς κι εγώ ο ίδιος. Τις βρήκα πάλι το 2014 και λίγο αργότερα έγινε μία μεγάλη έκθεση με αυτές στο Μουσείο Μπενάκη, ακολούθησαν άλλες εννέα εκθέσεις σε τέσσερις χώρες».
Υλικό ζυμωμένο από τον χρόνο, η φωτογραφική αυτή κληρονομιά αναγεννάται μέσα από τη διαστολή που φέρνουν τα κείμενα.
«Με το νέο βιβλίο προσπαθώ να κάνω κάτι διαφορετικό», λέει ο Κωνσταντίνος Πίττας. «Δίπλα στις εικόνες υπάρχουν κείμενα, κάθε εικόνα έχει δίπλα της ένα μικρό κείμενο, αντικριστά. Δουλεύοντας με τον λόγο πλάι στις φωτογραφίες, ανακάλυψα ότι η ένωση αυτών των δύο, η συνομιλία τους, δημιουργούσε κάτι νέο, κάτι που δεν υπήρχε στα δύο μέρη χωριστά. Επί 10 χρόνια πειραματίστηκα με τη σχέση λόγου και εικόνας, βρήκα πράγματα που δεν τα φανταζόμουν στην αρχή».
Τα κείμενα δεν είναι αναπτυγμένες λεζάντες ή περιγραφές. Εχουν αυτούσια λογοτεχνικότητα, φέρουν το υποκειμενικό βάρος ενός βλέμματος, το καθένα εμπεριέχει υλικό για διήγημα ή ταινία μικρού μήκους.
«Φωτογραφίζεις (εύκολα) με το φως αλλά γράφεις με το αίμα σου», λέει ο φωτογράφος. «Προέκυψε ένα μεγάλο σε έκταση βιβλίο, τώρα βγαίνει ο πρώτος τόμος του, περιλαμβάνει ένα εισαγωγικό και δύο μεγάλα κεφάλαια, το ένα για την Αθήνα της δεκαετίας του ’80, μια Αθήνα που δεν υπάρχει πια, και το άλλο για την Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, μία πεντάχρονη περιπλάνηση σε όλες τις χώρες της τότε Ευρώπης, Δυτικής και Ανατολικής. Τα κείμενα εδώ βοηθούν και για να καταλάβει κάποιος, ειδικά οι νεότεροι, εκείνη τη συνταρακτική εποχή».

