Γνωριζόμαστε χρόνια πολλά. Εχουμε κοινές αγάπες και δεσμούς αλληλεκτίμησης. Κάποια στιγμή, συνυπογράψαμε, διακριτικά, εκείνος ως συνθέτης κι εγώ ως στιχουργός, και τραγούδια.
Ο Δημήτρης Χιονάς είναι από τους ιστορικούς δεξιοτέχνες του μπουζουκιού, της γενιάς που γύρω στα τέλη του ’60 πήρε τη σκυτάλη από τους μεγάλους του είδους, με έντονη συμμετοχή στη δισκογραφία και δυναμικό «παρών» στη νυχτερινή διασκέδαση. Συνεργάστηκε με κορυφαίους συνθέτες, ερμηνευτές και μαζί με τον Χρήστο Ψαρρό αποτέλεσαν ένα από τα πιο γνωστά και διακεκριμένα «δίδυμα» μπουζουκιών.
Ο λόγος στον ίδιο μέσα από συνεντεύξεις που κατά καιρούς μού παραχώρησε για τα περιοδικά «Δίφωνο» και «Οασις»:
«Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος, αλλά είχε έφεση στη μουσική. Επαιζε σε γάμους, πανηγύρια. Τον θυμάμαι στο πατρικό μου, στα Ανω Παλαιά Σφαγεία στα Πετράλωνα, να προσπαθεί να με αποτρέψει απ’ το να ασχοληθώ με τη μουσική. Αλλά η γειτονιά που μεγάλωσα ήταν μπουζουκοφωλιά. Ξάδελφός μου ήταν ο Χρήστος Ψαρρός και θείος μας ο Βασίλης Χειλάς, που είχε την “Τριάνα”. Πώς να ξεφύγω, είχα και κλίση για το μπουζούκι, και με δάσκαλο τον Χρήστο γίναμε ένα απ’ το πιο περιζήτητα ντουέτα. Δούλεψα και ηχογράφησα μαζί με όλη την πρώτη γραμμή. Θα σου πω μόνο ότι η πρώτη επαγγελματική δουλειά μου ήταν το 1967 στα “Δειλινά” του Μιχαηλίδη, με Μπιθικώτση, Μοσχολιού, Κόκοτα, Κανακάρη, Μυτιληναίο κ.ά. Βέβαια σαν τρίτο μπουζούκι μετά τον Ψαρρό και τον Παπαδόπουλο. Αλλά νομίζω ότι για ντεμπούτο ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί. Την ίδια εποχή, πάντα μαζί με τον Ψαρρό, που ήταν και ο δάσκαλός μου, μπαίνω και στο στούντιο σαν μουσικός παίζοντας στη “Χαδιάρα” του Δερβενιώτη, με ερμηνευτή τον Περπινιάδη. Από τότε στέριωσα κι εκεί συμμετέχοντας σε χιλιάδες εγγραφές. Εκανα όμως μεγάλες θυσίες και μελετούσα σαν τρελός τόσο για το μαγαζί όσο και για τη δισκογραφία. Δεν τα μάθαινα απλώς τα κομμάτια που περνούσα, αλλά τα έτρωγα. Το πρώτο μεροκάματο που πήρα στα “Δειλινά” ήταν 100 δραχμές. Σαν ταπετσέρης που δούλευα νωρίτερα έπαιρνα 60 δραχμές την εβδομάδα».

Και συνεχίζει ο Δημήτρης Χιονάς τις μαγικές θύμησές του:
«Λίγες μέρες αργότερα, ξαφνικά, μας φωνάζει στο στούντιο ο Δερβενιώτης, που ήταν και μαέστρος στην Odeon. Πάμε κάνουμε πρόβα τρία τραγούδια που τα είχανε γράψει τρεις φοιτητές, τότε, φίλοι του Μάκη Μάτσα. Εχουμε έναν νέο τραγουδιστή, τον Γιώργο Νταλάρα, και παίζουμε “Ρίξε μες στις φλόγες την αγάπη μου” και τα άλλα που πρωτοηχογράφησε. Τότε περνάμε δυναμικά σαν ντουέτο στις ηχογραφήσεις. Ο Δερβενιώτης ενορχήστρωνε κι εμείς παίζαμε τα κομμάτια. Να καταλάβεις, μετά από όλα αυτά, όταν καθιερωνόμαστε δηλαδή, μας παίρνει τηλέφωνο ο Ιατρού για να παίξουμε τα κομμάτια του Κουγιουμτζή και γράφουμε το “Ο ουρανός φεύγει βαρύς” και το “Πού ’ναι τα χρόνια, ωραία χρόνια”, που το είπε σε δεύτερη εκτέλεση ο Νταλάρας. Μας φωνάζει και ο Βασιλειάδης και περνάμε τα “Ντροπή” και “Μα υπάρχει και Θεός” (Ανήφορο θα πάρω) που τραγουδά ο Καζαντζίδης. Είμαστε πλέον στην Α΄ Εθνική! Και πάλι με τον Καζαντζίδη: “Τα χνάρια»”, “Αλλοτινές μου εποχές”, “Ας παν στην ευχή τα παλιά”, “Στο τραπέζι που τα πίνω”. Τότε κάνει το ντεμπούτο του στη δισκογραφία ο Νικολόπουλος ως συνθέτης στο πλευρό του Καζαντζίδη. Εγώ παίζω μαζί του στο “Νυχτερίδες και αράχνες” και ο Ψαρρός στον “Επισκέπτη”. Και πάλι στον Νταλάρα, στη Διαμάντη, στον Κοντολάζο, στον Μαρκέα… Και με τον Πλέσσα παίξαμε σε μουσική για ταινίες. Και σε τραγούδια του Αγγελου Σέμπου, που μας αγαπούσε ξεχωριστά. Και μετά στη ζωή μου μπαίνει η Δούκισσα. Για χρόνια θα είμαι δίπλα της, και φυσικά μην ξεχνάμε την πολύχρονη παρουσία μου στην εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου, “Στην υγειά μας», όπως και τους πολλούς ορχηστρικούς δίσκους που έχω παρουσιάσει ως δημιουργός».
Κλείνω με την «πρόκληση» του τίτλου του άρθρου, πάντα μέσα από τις μαρτυρίες του Δημήτρη Χιονά:
«Ο δεξιοτέχνης όταν έχει άποψη και συναίσθημα μπορεί ακόμα και μ’ ένα ακόρντο, με ένα φαινομενικά απλό χτύπημα της πένας στη χορδή να κάνει τη διαφορά. Ακόμα και σήμερα, που τα πράγματα στη δισκογραφία είναι περισσότερο βιομηχανοποιημένα από ό,τι στο παρελθόν, εκείνο που μετράει είναι ο ανθρώπινος παράγοντας, η προσοχή και η υπευθυνότητα με την οποία αντιμετωπίζουμε την κάθε δουλειά. Εγώ στο σπίτι μου έχω δυο μπουζούκια, τη Λύρα μου και τη Γοργόνα μου. Η πρώτη παίζει το πρίμο και η δεύτερη το σεγόντο. Καλά σκαριά, μιλάνε από μόνα τους, έχουν ψυχή… Δούλεψα και ηχογράφησα μαζί με όλη την πρώτη γραμμή. Θυμάμαι τον θυμόσοφο Ζαμπέτα, αυτόν τον μοναδικό καλλιτέχνη με την υπέροχη ψυχή να μου λέει: “Ρε μάγκα, εγώ είμαι το δισκοπότηρο, μήπως θες να γίνεις το κουταλάκι μου;».

