Σκέψη που χτυπιέται στα τείχη της γλώσσας

Θα ‘λεγες ότι ο Τζορτζ Στάινερ έγραψε τους «Δέκα (πιθανούς) λόγους για τη μελαγχολία της σκέψης» έχοντας κατά νουν όσους κουράστηκαν ν’ ακούν πως «σκέφτονται πάρα πολύ», ότι «υπεραναλύουν τα πράγματα», ότι «έχουν ένα μηχανάκι στο κεφάλι που δεν σταματάει να δουλεύει» […]

4' 35" χρόνος ανάγνωσης

ΤΖΟΡΤΖ ΣΤΑΪΝΕΡ
Δέκα (πιθανοί) λόγοι για τη μελαγχολία της σκέψης
μτφρ.: Σ. Βελέντζας 
εκδ. Κυψέλη, 2025, σελ. 82

ΝΤΑΝΙΕΛ ΜΕΝΤΕΛΣΟΝ
Τρία δαχτυλίδια: Μια ιστορία για την εξορία, την αφήγηση και τη μοίρα
μτφρ.: Μ. Ζαχαριάδου 
εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 176

Θα ‘λεγες ότι ο Τζορτζ Στάινερ έγραψε τους «Δέκα (πιθανούς) λόγους για τη μελαγχολία της σκέψης» έχοντας κατά νουν όσους κουράστηκαν ν’ ακούν πως «σκέφτονται πάρα πολύ», ότι «υπεραναλύουν τα πράγματα», ότι «έχουν ένα μηχανάκι στο κεφάλι που δεν σταματάει να δουλεύει», κοινώς: για όλους εμάς, που όσο περισσότερο σκεφτόμαστε, τόσο περισσότερο μελαγχολούμε. Η σκέψη, γράφει ο Στάινερ, προσκρούει σε «ανυποχώρητα γλωσσικά τείχη». Οσο παλεύουμε με τη σκέψη, τόσο αντιστέκεται η γλώσσα που την εκφράζει. Η αμφισημία είναι εγγενής στις λέξεις, αθεράπευτη. Και οποία πλάνη, ότι οι σκέψεις μας είναι εντελώς δικές μας! Μπανάλ και μηχανικές σαν την αναπνοή, συνιστούν μια αβυσσαλέα σπατάλη. Μήπως, τουλάχιστον, βοηθούν να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον; Αμφίβολο· πιο πολύ μας προδίδουν οι σποραδικές εκρήξεις θυμού, φόβου, μίσους… Επειτα, η πραγματικότητα ματαιώνει τις προσδοκίες της αληθινά ευεπίφορης σκέψης: «Δεν υπάρχει δημοκρατία για την ιδιοφυΐα, μόνο μια τρομερή αδικία κι ένα θανάσιμο βάρος». Ακατάπαυστα η πραγματικότητα μαστιγώνει τους πιστούς της σκέψης. Θυμάμαι την ωραία γερμανική λέξη Weltschmerz: «το άλγος του κόσμου», η θλίψη που γεννιέται από την απόκλιση στοχασμού και Ιστορίας…

Παιγνιώδες, το δοκίμιο του Στάινερ αρθρώνεται σε δέκα κεφάλαια, ανάπτυγμα μιας αράδας του Σέλινγκ. Κύρια αναφορά ο γερμανικός ρομαντισμός. Διαβάζοντας, όμως, αναδεικνύεται η πολιτική ποιότητα της μελαγχολικής σκέψης, η οποία έχει και ορισμένα καλά! Αυτά σημείωσε, μάλλον απρόθυμα, ο ιστορικός των ιδεών Ντέιβιντ Γκρος σ’ ένα δοκίμιο του 1985, που πιθανόν γνώριζε ο Στάινερ, με τίτλο «Αριστερή μελαγχολία» (η πατρότητα του όρου ανήκει –αλίμονο!– στον Βάλτερ Μπένγιαμιν).

Θυμάμαι την ωραία γερμανική λέξη Weltschmerz: «το άλγος του κόσμου», η θλίψη που γεννιέται από την απόκλιση στοχασμού και Ιστορίας…

Μονίμως ανικανοποίητος, ο μελαγχολικός που παλαιόθεν του καταλογίζουν γκρίνια, μιζέρια, καχυποψία, μισανθρωπία, ερημία, εμμονές, ζόφο, αυτός ο αλκοολικός του παρελθόντος και φαντασιοκόπος του μέλλοντος· ο μαγκούφης, που ρέπει στην περιττή σχολαστικότητα και στην ακατάσχετη θεωρητικολογία, όταν δεν τον καταπίνει η ψυχική παράλυση –το χειρότερο!– και η αναστολή της πράξης· λοιπόν, ο ανικανοποίητος αυτός άνθρωπος είναι πολιτικά ύποπτος, απρόβλεπτος. Από τη βαρυθυμία αναπτύσσει ανοσία στην κολακεία. Δύσκολα τον εξαγοράζεις ούτε εντάσσεται σε αλλοτριωτικές ιεραρχίες. Παντού, οι στενάχωρες σκέψεις τον μετατρέπουν σ’ εξόριστο. Κι αυτή είναι η δύναμή του. Ποιος ξέρει, σκέφτομαι, ίσως η μόνη αρετή της Αριστεράς που παραμένει σήμερα αλώβητη, να ‘ναι η μελαγχολία της…

Οσο για την εξορία, ο Στάινερ παραθέτει τον χασιδιστή σοφό Μπαάλ Σεμ Τοβ: «Η αλήθεια είναι μονίμως εξόριστη». Η αλήθεια ενοικεί την εξορία! Αλλά, πώς;

Τρεις «δραπέτες»

Απαντήσεις βρίσκει κανείς στο δεξιοτεχνικό δοκίμιο «Τρία δαχτυλίδια» του Ντάνιελ Μέντελσον.

Εβραϊκής καταγωγής, όπως ο Στάινερ, κορυφαίος κριτικός λογοτεχνίας και αυτός, αφιερώνει από ένα κεφάλαιο σε τρεις φαινομενικά ασυσχέτιστους συγγραφείς, οι οποίοι δραπέτευσαν από την εποχή και τον τόπο τους.

Σκέψη που χτυπιέται στα τείχη της γλώσσας-1

Πρώτος, ο Γερμανοεβραίος φιλόλογος Εριχ Αουερμπαχ (1892-1957), ο οποίος κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη για να ξεφύγει από τους ναζί· κι εκεί, στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, έγραψε το σπουδαίο έργο του για την έννοια της μίμησης και της αναπαράστασης, αντιπαραθέτοντας τη βιβλική αφήγηση στην κυκλική σύνθεση του Ομήρου. Δεύτερος, ο Γάλλος καθολικός ιερέας Φρανσουά Φενελόν, ο οποίος άσκησε συγκαλυμμένη κριτική στην εξουσία δημοσιεύοντας ένα ψευδο-οδυσσεϊκό μυθιστόρημα, τις «Περιπέτειες του Τηλέμαχου» (1699)· βιβλίο, που ο μεν Φενελόν πλήρωσε με μια ωραία εξορία extremi hominum (στ’ άκρα της ανθρώπινης κατοίκησης, όπως το έθεσε παραθέτοντας Βιργίλιο για να περιγράψει κάποιον τόπο «πιο πολύ Γερμανία παρά Γαλλία»), αγαπήθηκε δε από τον Ρουσσώ, τον Βολταίρο και τον Τόμας Τζέφερσον. Τρίτος, ο σπουδαίος Γερμανός συγγραφέας Μαξ Ζέμπαλντ, γεννημένος το 1944 στη Γερμανία των ερειπίων, ο οποίος αυτοεξορίστηκε στην Αγγλία γράφοντας ελικοειδή, υβριδικά έργα για τον ξεριζωμό, την περιπλάνηση, την απώλεια. Ανέστιοι κι ανόμοιοι, θέτουν κι οι τρεις το ερώτημα: Τι κάνεις, καθώς ο κόσμος σου καταρρέει; Πώς κινείσαι, όταν η Ιστορία σε ξερνάει, όταν σε στριμώχνει στη γωνία, άπατρις θα ‘λεγες, εκτοπισμένος, εξόριστος, κυνηγημένος, περιπλανώμενος…

«Φτιάξε τη μακέτα του κόσμου που χάνεις!», μοιάζει να ‘ναι η απάντηση του Μέντελσον – στα χνάρια του ερασιτέχνη μακετίστα σ’ εκείνη την ιστορία του Ζέμπαλντ, ο οποίος αφιερώθηκε στην κατασκευή μιας τεράστιας, μονίμως απεράτωτης ρέπλικας του Ναού της Ιερουσαλήμ. Κάθε αναπαράσταση αποδεικνύεται ματαιοπονία· ωστόσο, η διαδικασία της κατασκευής φέρνει στο φως έναν προηγουμένως αθέατο κόσμο από παρακάμψεις και λοξές συμπτώσεις με οδοιπόρους και φυγάδες διάσπαρτων εποχών και τόπων. Χάνοντας την εστία, κερδίζεις την περιδίνηση του Οδυσσέα. Αυτή μετατρέπει την εξορία –γεωγραφική, ψυχική, συναισθηματική– σε διάνυσμα, που ενώνει τον κατακερματισμένο χρόνο των άλλων.

Τι κάνεις, καθώς ο κόσμος σου καταρρέει; Πώς κινείσαι όταν η Ιστορία σε ξερνάει, όταν σε στριμώχνει στη γωνία, άπατρις θα ’λεγες, εξόριστος, περιπλανώμενος…

Το βιβλίο καταφέρνει το εξής αξιοζήλευτο· συνιστά την πειραματική απόδειξη της θεωρίας που διατυπώνει. Με την άνεση ταχυδακτυλουργού, o Μέντελσον αναδεικνύει απίθανες συμπτώσεις μεταξύ βίων που εκ πρώτης μοιάζουν απομερισμένοι, μελαγχολικοί, έρημοι. Το γραπτό τρέπεται σ’ ένα συγκαλυμμένο εγκώμιο στην παρέκβαση, στη σύνδεση, στην εσωτερική ιστορία (όπως είναι μια έκφραση του Αουερμπαχ): «Είναι άκρως πιθανό η περίπλοκη ιστορία του κόσμου να γράφεται από τους κυνηγημένους – ή τουλάχιστον από τους κυνηγημένους που κρύβονται επιτυχώς».

Κι αν ο Αουερμπαχ διέκρινε την εβραϊκή από την ελληνική αφηγηματικότητα –ελλειπτική η πρώτη, ερεβώδης, ενσωματώνει χάσματα· διαφυλάσσει το απρόσβατο, ανείπωτο και μη αναπαραστάσιμο–, ο Μέντελσον αποκαλύπτει τη βαθύτερη συνύφανση εβραϊκής ανεστιότητας και οδυσσεϊκής ελληνικότητας.

Επαΐοντες και αδαείς

Κριτικός και μεσίτης δηλώνει οποιοσδήποτε. Ευτυχώς, δοκίμια σαν του Στάινερ και του Μέντελσον αποκαθιστούν την κριτική ως λογοτεχνία. Επιβεβαιώνουν τον Βάλτερ Μπένγιαμιν: η κριτική δεν διατυπώνει εφήμερες υποκειμενικές κρίσεις για έργα· τα ολοκληρώνει, φέρνοντας στο φως απόκρυφα νήματα.

*Ο κ. Νικήτας Σινιόσογλου είναι συγγραφέας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT