Πολλά σινεμά της Αθήνας τα έσβησε ο χρόνος. Λίγοι τα θυμούνται, αλλά είναι αρκετοί ενδεχομένως όσοι νοσταλγούν την αστική κουλτούρα των παλιών κινηματογράφων ή όσοι επιθυμούν έστω και νοερά να ζήσουν ξανά μια Αθήνα με φωτεινές μαρκίζες. Να είναι ουτοπία ή είναι απλώς ρεαλισμός να αποδεχθούμε ότι ο κινηματογράφος ως επιλογή βραδινής εξόδου αφορά λιγότερους σε σύγκριση με το 2010, πολύ λιγότερους σε σύγκριση με το 1990 και δραματικά λιγότερους σε σύγκριση με το 1970; Σε αυτούς τους κύκλους του χρόνου, η γεωγραφία των αθηναϊκών κινηματογράφων μάς δείχνει τις κινήσεις μέσα στο σώμα της πόλης και επιπλέον μας οδηγεί στις πολλές ποιότητες και αποχρώσεις των χώρων θεαμάτων στην πρωτεύουσα.

Η πρόσφατη είδηση για την αναγέννηση του παλιού σινεμά «Μπρόντγουαιη» στην Πατησίων και τη μετατροπή του σε θεατρική σκηνή επαναφέρει τη συζήτηση εκεί που την είχαμε αφήσει. Στη γραμμή των κινηματογραφικών αιθουσών που στην καλύτερη περίπτωση έγιναν θέατρα, παραμένοντας στο τοπίο του θεάματος. Στη χειρότερη περίπτωση, όμως, πολλά σινεμά έκλεισαν, εγκαταλείφθηκαν, γκρεμίστηκαν, απέκτησαν εμπορική χρήση… και συχνά εκεί που βλέπαμε μια χολιγουντιανή παραγωγή, τον επόμενο χρόνο σέρναμε ένα καρότσι του σούπερ μάρκετ. Είναι παλιά ιστορία… Ο χάρτης των κινηματογραφικών αιθουσών περιορίζεται διαρκώς ήδη από τη δεκαετία του 1970 και η γραμμή του χρόνου πολλά έχει να μας πει για το πώς ανταποκρίνεται η πόλη στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές μεταβολές. Μια αίθουσα κινηματογράφου γίνεται αίφνης και οθόνη παρέλασης των γενεών.

Παρότι μεμονωμένες επενδύσεις έχουν γίνει και σε ορισμένες παλιές κινηματογραφικές αίθουσες σε κεντρικά σημεία της Αθήνας (Αθήναιον, Οπερα, Αλεξάνδρα), η αλήθεια είναι ότι η ευτυχής άνθηση του θεάτρου δείχνει την αδύναμη θέση του σινεμά. Και πάλι, όμως, όλοι έχουμε βρεθεί σε κινηματογραφικές αίθουσες κατάμεστες. Ιδίως τώρα το καλοκαίρι το βιώνουμε συχνά και το χαιρόμαστε. Αν υπήρχε μια συστηματική προβολή της πολιτισμικής αξίας των αιθουσών, αν υπήρχε μια κουλτούρα αστικής ζωής με περισσότερο συνειδητή στάση απέναντι σε όσα έχουν νόημα και αξία, ίσως το τοπίο να ήταν καλύτερο.
Πολιτισμική μεταβολή
Η αλήθεια όμως είναι ότι οι σαρωτικές αλλαγές της καθημερινότητας και της συμπεριφοράς μοιάζουν αναπόδραστες και αγγίζουν βαθιά τη λειτουργία των πόλεων. Στην Ελλάδα και διεθνώς. Μιλάμε για μια πολιτισμική μεταβολή βραδείας καύσεως αρχικά (1990-2005) και ταχύτατης εξάπλωσης την τελευταία 20ετία. Μοιάζει με αλλαγή υποδείγματος και απομάκρυνση από την κληρονομιά του 20ού αιώνα μαζί με όσα εγκατέστησε στη συνείδησή μας ως κοινωνικό αυτοματισμό.

Τα τελευταία χρόνια η συρρίκνωση του κινηματογραφικού τοπίου στην Αθήνα συμβαίνει παράλληλα με όλα όσα αντιφατικά σπέρνει στις δυτικές κοινωνίες η μετάβαση των κοινωνιών μας σε κάτι ακόμη απροσδιόριστο και ρευστό ως σχήμα και σκοπό. Η απειλή σφραγίσματος μιας κινηματογραφικής αίθουσας με ιστορία και αποτύπωμα στην ταυτότητα της πόλης ενεργοποιεί τα αντανακλαστικά ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων που δημιουργούν περιστασιακές συσπειρώσεις διαμαρτυρίας οργανωμένες κατά βάση κατά ενός ανώνυμου εχθρού που ταυτίζεται με το υλικό κέρδος και τον ισοπεδωτικό κυνισμό. Αυτές οι συσπειρώσεις διαμαρτυρίας (θρήνου και οργής) και οι περιστασιακές συμμαχίες εστιάζουν συχνά γύρω από την περίπτωση διάσωσης μιας απειλούμενης αίθουσας, όπως είδαμε στις περιπτώσεις του «Ιντεάλ» στην Πανεπιστημίου και του «Παλάς» στο Παγκράτι.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει εγγενής αγωνία για την τύχη της πόλης. Απλώς κάθε μαζική διαμαρτυρία στις αστικές κοινωνίες έχει πολλές αφετηρίες και ποικίλες στοχεύσεις. Γι’ αυτό και λόγω της αντιφατικής, κοινωνικά και ιδεολογικά, σύνθεσης αυτών των κινημάτων διαμαρτυρίας παρατηρούμε τη σταδιακή αποδυνάμωσή τους.
Ο «Ορφέας» στον Αδη
Ας θυμηθούμε την περίπτωση του κινηματογράφου «Ορφέας», που κατεδαφίστηκε το 1988. Βρισκόταν στην οδό Σταδίου, και με την κατεδάφισή του απελευθέρωσε χώρο για να δημιουργηθεί αργότερα η Στοά του Βιβλίου στο συγκρότημα της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ηταν ένα σινεμά «περιωπής», αγαπητό στη μεσοαστική τάξη, με συναυλίες κλασικής μουσικής τα κυριακάτικα πρωινά, με βελούδινα καθίσματα και αέρα Κεντρικής Ευρώπης. Παρότι υπήρξαν διαμαρτυρίες όταν κατεδαφίστηκε, αυτές ατόνησαν γρήγορα και σήμερα ελάχιστοι θυμούνται την ύπαρξη αυτού του κινηματογράφου.

Οι μεγάλες και πολλές μεταβολές στον χάρτη των κινηματογραφικών αιθουσών παρακολουθούν ως παράλληλη βιογραφία την αλλαγή της ίδιας της Αθήνας. Της Αθήνας αλλά και της τεχνολογίας της επικοινωνίας, καθώς παράλληλα κινήθηκε ο εξαστισμός μεγάλων στρωμάτων της κοινωνίας με τη διάχυση των αιθουσών και των μέσων πρόσβασης και αναπαραγωγής. Αν η μετάβαση από τον βωβό κινηματογράφο στον ομιλούντα ήταν η μεγάλη τομή του 1927-29, η επανάσταση ήρθε μετά το 1950 με τον πολλαπλασιασμό των κινηματογραφικών αιθουσών, που στην Αθήνα εξαπλώθηκαν λίγο λίγο σε κάθε συνοικία και σε κάθε προάστιο.
Η λαϊκή, προσιτή και δημοφιλής ψυχαγωγία του κινηματογράφου γνώρισε στην Ελλάδα παντοδυναμία έως περίπου το 1970-75, όταν πλέον όλο και πιο πολλοί αποκτούσαν τηλεόραση. Αλλά οι αίθουσες άναβαν τα φώτα τους κάθε βράδυ και άντεξαν με σχετική επιτυχία ακόμη και τη διάδοση των βιντεοκλάμπ μετά το 1982.
Η λαϊκή, προσιτή και δημοφιλής ψυχαγωγία του σινεμά γνώρισε παντοδυναμία έως περίπου το 1970-75, όταν πλέον όλο και πιο πολλοί αποκτούσαν τηλεόραση.
Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αναλογιστούμε το πώς χτίστηκε η Αθήνα την εποχή ακμής των αιθουσών. Αν πάμε αρκετά πιο πίσω στον χρόνο, θα σταθούμε στη μοναδικότητα του «Ρεξ», που εγκαινιάστηκε ως παλάτσο θεαμάτων τον Ιανουάριο του 1937. Ηταν η μεγαλύτερη ιδιωτική επένδυση στον χώρο του θεάματος, που προσάρμοσε τη μελλοντολογία του νεοϋορκέζικου ουρανοξύστη στην κλίμακα της οδού Πανεπιστημίου, υιοθετώντας το διεθνές πρότυπο της αρ ντεκό φαντασμαγορίας. Και πιο πριν, στα χρόνια του βωβού, υπήρχε ανάμεσα σε άλλα το «Αττικόν», το «(Σαλόν) Ιντεάλ» αλλά και το βραχύβιο «Παλλάς», που είχε χτιστεί στην οδό Σταδίου 23 το 1913, για να δώσει τη θέση του μία δεκαετία μετά στο Μέγαρο Εφεσίου. Το άλλο «Παλλάς», η αριστοκρατική αίθουσα της οδού Βουκουρεστίου, λειτουργούσε ως κινηματογράφος για πολλές δεκαετίες.

Οσοι θυμούνται τη χρυσή εποχή των κινηματογράφων θα σταθούν στις δεκαετίες 1950 και 1960. Η Σταδίου, η Πανεπιστημίου (μετά την Ιπποκράτους προς Ομόνοια), η Πατησίων είχαν τις περισσότερες αίθουσες. Αίθουσες για καλές ταινίες πρώτης διαλογής, αίθουσες για πιο δεύτερες ταινίες, αίθουσες «όχι για οικογένειες», όλα συνυπήρχαν, ιδίως κοντά στην Ομόνοια. Στην περίοδο της ανοικοδόμησης μετά το 1955, πολλές νέες αίθουσες σχεδιάστηκαν εξαρχής σε νεόδμητες πολυκατοικίες και τα παραδείγματα είναι πάμπολλα: «Αλεξάνδρα», «Ελλη», «Νιρβάνα», «Αθηνά», «Μπρόντγουαιη», «Αχιλλεύς», «Εμπασσυ», «Στούντιο», «Αρζεντίνα», «Πτι Παλαί», «Πλάζα», «Φιλίπ», «Κνωσσός», «Αλκυονίς», «Πιγκάλ» και πολλά ακόμη σε όλες τις συνοικίες.
Χόλιγουντ και Πατησίων
Τα αυτόνομα κτίρια κινηματογράφων ήταν η πεμπτουσία της ακμής των αθηναϊκών σινεμά, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση το «Ράδιο Σίτυ» στην Πατησίων, που είχε φέρει την τεχνολογία Cinerama και γνώριζε δόξες (ώς και πρεμιέρα με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ). Αυτόνομα κτίρια κινηματογράφων ήταν ακόμη το «Αελλώ» (που υπάρχει ακόμη), το «Αττικα», η «Ατθίς», το «Κοτοπούλη», η «Τιτάνια», το «Μίτσι», η «Μαργαρίτα», το «Σταρ», το «Μετροπόλιταν», το «Αστρον», η «Ανεσις», η «Αντζελα», το «Σελέκτ», η «Γρανάδα» (νυν Θέατρο Λαμπέτη) και πολλά ακόμη σε όλες τις γειτονιές.
Το «Ράδιο Σίτυ» στην Πατησίων είχε φέρει την τεχνολογία Cinerama και γνώριζε δόξες· έως και πρεμιέρα με παρούσα την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, το 1958.
Η βιογραφία των αθηναϊκών σινεμά συνιστά μια εναλλακτική και παράλληλη βιογραφία της Αθήνας και της κοινωνικής ζωής της. Συνδέεται με την αστικοποίηση, τη λατρεία των σταρ στα «χρυσά» χρόνια του κινηματογράφου (1920-1980), την αρχιτεκτονική του θεάματος, την αλυσίδα των επαγγελμάτων από τους διανομείς ώς την ταξιθέτρια, τα μπαρ και τα προσφερόμενα είδη, τις κοινωνικές σχέσεις, την οργάνωση των συνοικιών και τη διάκριση (στην Ελλάδα) ανάμεσα στις χειμερινές αίθουσες και στα θερινά σινεμά. Το βαθύ πολιτισμικό και κοινωνικό ίχνος των κινηματογραφικών αιθουσών διαμόρφωσε έναν τρόπο να βλέπουμε τη ζωή…

