Ο κύριος Γκρι περίμενε με αδημονία την κινηματογραφική αποτύπωση της Ραψωδίας λ της «Οδύσσειας», της πασίγνωστης Νέκυιας, στην «Οδύσσεια» του Νόλαν. Δεν θέλει όμως να σχολιάσει τη σκηνή στην ταινία αλλά να σταθεί σε αυτή την κορυφαία στιγμή της ομηρικής οδύσσειας, έχοντας οδηγό του εδώ τον μεγάλο Ζαν-Πιερ Βερνάν, ο οποίος γράφει στο «Πανδώρα – Οδυσσέας – Περσέας. Τρεις διαλέξεις» (μτφρ.: Ανθή Ξενάκη, εκδ. Ωκεανίδα, 2008): «…ο Οδυσσέας και το πλοίο του θα βρεθούν σ’ έναν κόσμο φαντασμαγορίας, όπου δεν υπάρχουν πια άνθρωποι με την κυριολεκτική έννοια της λέξης».
Πουθενά δεν γίνεται πιο απτό αυτό από ό,τι στη σκηνή της Νέκυιας. Στο απόκοσμο τοπίο, πέρα από τα όρια του ποταμού Ωκεανού, ο οποίος «κινείται κυκλικά, που τα νερά του κάνουν ολόκληρο τον γύρο του κόσμου», η μάγισσα Κίρκη στέλνει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Τους καλεί να γίνουν νεκρομάντεις: οι νεκροί αποκαλύπτουν μυστικά στους ζωντανούς, αρκεί να ακολουθηθεί μια συγκεκριμένη τελετουργία.
Οι πρώτοι νεκρομάντεις άνοιγαν πτώματα ανθρώπων και ζώων προκειμένου να «διαβάσουν» τα όργανά τους και να προφητεύσουν το μέλλον. Ηταν ένα είδος αλχημικής ιατροδικαστικής σε μια εποχή όπου μύθος και γεγονός απείχαν ελάχιστα.
Οι νεκρομάντεις επικαλούνταν όμως και τις ψυχές των νεκρών θέτοντάς τους ερωτήματα. Αυτό κάνει ο Οδυσσέας, καλώντας τον νεκρό μάντη Τειρεσία να του πει πώς θα επιστρέψει στην Ιθάκη.
Αλλά δεν θα εμφανιστεί μονάχα ο Τειρεσίας. Εκεί, πέρα από τον Ωκεανό, «στα σύνορα του ανθρώπινου κόσμου», στη χώρα των Κιμμερίων, «όπου η νύχτα είναι αδιάκοπη, χωρίς την παραμικρή ακτίνα ήλιου σε καμία εποχή, χώρα του ερέβους, του ζόφου και της λησμονιάς», μέσω της θυσίας ζώων που το αίμα τους χύνεται μέσα σ’ ένα λάκκο, «όλοι οι νεκροί ανεβαίνουν» για να πιούνε από το αίμα των ζώων.
Λέει ο Οδυσσέας: «Αυτοί λοιπόν, τόσοι και τόσοι, γύρω στον λάκκο συναθροίστηκαν, καθένας κι απ’ αλλού, σηκώνοντας ανήκουστη βοή· κι εμένα με συγκλόνισε τρόμος χλωρός» (μτφρ.: Δ. Ν. Μαρωνίτης, εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών). Οντως ο Οδυσσέας θα λάβει από τον Τειρεσία πολύτιμες, πρακτικές πληροφορίες. Οπως επίσης θα λάβει την τρομακτική απόκριση της σκιάς του Αχιλλέα: «Θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον, άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιος, παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών».
Το σημερινό «Αλίμονο σε αυτόν που φεύγει» έχει ήδη ειπωθεί από τον Ομηρο με τρόπο συγκλονιστικό.
Ο Οδυσσέας αντικρίζει και τη νεκρή μητέρα του. Τρεις φορές σπεύδει να την αγκαλιάσει «και τρεις φορές μέσα απ’ τα χέρια, σαν τη σκιά, σαν όνειρο, μου πέταξε». Το πιο δύσκολο ταξίδι απ’ όλα: να γυρίσεις σπίτι σου…
Ο Οδυσσέας θα φύγει τρέχοντας. Οχι όμως επειδή τους καταδιώκουν σαν ζόμπι οι νεκροί, όπως τόσο χαζά μας δείχνει ο Νόλαν, αλλά επειδή όλο αυτό ΔΕΝ αντέχεται.
Οντως τα σμήνη των νεκρών συγκεντρώνονται γύρω του, αλλά αυτό που τρέμει είναι μην τυχόν και η Περσεφόνη του στείλει το κεφάλι της Γοργώς που πετρώνει τα πάντα.
Ο Βερνάν έχει γράψει ένα εκπληκτικό βιβλίο για το φρικτό βλέμμα της Γοργώς και ο κύριος Γκρι θέλει να επανέλθουμε σε αυτό την άλλη εβδομάδα.

