«The First Cut Is the Deepest», «Lady D’Arbanville», «Wild World», «Morning Has Broken», «Father and Son», «Moonshadow», «Peace Train», ορισμένες και μόνο σφραγίδες ενός χαρισματικού καλλιτέχνη, μέσα από αριστοτεχνικούς δίσκους που με τη σειρά τους άφησαν εποχή.
Ο Στέφανος-Δημήτρης Γεωργίου ήρθε στη ζωή στο Λονδίνο το 1948. Ο πατέρας του ορθόδοξος Ελληνοκύπριος, η μητέρα του βαπτίστρια Σουηδή. Γεννημένος για την τραγουδοποιία, «γλυκόπιοτος» στην κιθάρα, εμφανίζεται στα μισά περίπου της δεκαετίας του ’60, μια ιδιαίτερα γόνιμη περίοδο, αρχικά ως Steven Adams και λίγο αργότερα ως Cat Stevens.
Με το καλημέρα του στη δισκογραφία το 1967 αγκάλιασε την επιτυχία. Στο ντεμπούτο άλμπουμ του Matthew and Son περιλαμβάνονται μοναδικές στιγμές, ορισμένες εκ των οποίων είχαν εκδοθεί νωρίτερα, όπως το ομότιτλο και το «I Love My Dog», το «Here Comes My Baby», που έγινε παράλληλα σουξέ και με την μπάντα των Tremeloes, και το «I’m Gonna Get Me a Gun», που περιλαμβανόταν στην αμερικανική έκδοση του δίσκου.
Δεν είναι εύκολο να αναμετρηθείς με ένα τέτοιο ξεκίνημα, ειδικά όταν σε χτυπήσει η φυματίωση. Παρά ταύτα, ο Cat Stevens καταφέρνει μέσα και από τραγούδια που δίνει σε άλλους καλλιτέχνες να ακούγεται στο καλλιτεχνικό προσκήνιο. Αξιοποιεί δημιουργικά το διάστημα των θεραπειών, «ψάχνεται» και επανακάμπτει δυναμικά στο ξημέρωμα της νέας δεκαετίας.
Σμίγει με τον εμπνευσμένο Ουαλό κιθαρίστα Alun Davies, και χαράζουν παρέα τις ιδιαίτερες φολκ ροκ στράτες του, όπως με το περίφημο άλμπουμ Mona Bone Jakon (1970) και τα Tea for the Tillerman (1970) και Teaser and the Firecat (1971).
Ο Stevens δεν διστάζει μάλιστα να πάει «κόντρα» στην εικόνα που έχει διαμορφώσει αναζητώντας νέους κώδικες έκφρασης, συγκρουόμενος μάλιστα με παράγοντες της δισκογραφικής βιομηχανίας. Εχει δημιουργήσει φανατικό κοινό που ακολουθεί τους «πειραματισμούς» του, τόσο στις μελωδίες όσο και στους στίχους του.
Ποιητής, άλλοτε λυρικός, ταξιδευτής βαθυστόχαστος, παθιασμένος για τις αλήθειες, μικρές και μεγάλες, της ζήσης. Και βέβαια ατμοσφαιρικός ερμηνευτής. Δημιουργεί και εργάζεται ακατάπαυστα περιοδεύοντας, φτάνοντας μέχρι την Αυστραλία και την Ιαπωνία.
Γοητεύεται από το Κοράνι, σώζεται από πνιγμό, ασπάζεται το Ισλάμ, αλλάζει το όνομά του και το 1978 παρουσιάζει το ενδέκατο στούντιο άλμπουμ του, Back to Earth και τελευταίο συνάμα με την επωνυμία… Cat Stevens.
Γάμος, παιδιά, φιλανθρωπία, πνευματική άσκηση και αναζήτηση, διαλέξεις, αμφιλεγόμενες τοποθετήσεις για την περίπτωση του Σαλμάν Ρούσντι και της φετφά που ζητούσε τη δολοφονία του μετά την έκδοση του βιβλίου του «Οι Σατανικοί Στίχοι», απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ και επιστροφή τη δεκαετία του ’90 στη δισκογραφία, με θρησκευτικό κυρίως περιεχόμενο, πλέον ως Yusuf Islam.
Ταυτόχρονα όμως δεν σταματά να υπάρχει ως Cat Stevens μέσα από τις άπειρες επαναπροσεγγίσεις άλλων στο έργο του, τις συλλογές και τις επανεκδόσεις του.
Σταδιακά θα αλλάξει τη γνώμη του για την παρουσία του στις ζωντανές εμφανίσεις και στη δισκογραφική βιομηχανία και τελικά το 2006 θα καταθέσει έναν «κανονικό» δίσκο με τον τίτλο An Other Cup. Στο εξώφυλλο φιγουράρει το όνομα Yusuf, αλλά συνοδεύεται, σε αρκετές εκδόσεις, με την ένδειξη «ο καλλιτέχνης που ήταν κάποτε γνωστός ως Cat Stevens».
Κάπως έτσι συνεχίζεται η πορεία του προικισμένου δημιουργού στη ζήση και την τέχνη, που γύρισε την πλάτη του «στα γυαλιστερά», αρνούμενος, παρά το υψηλό αντίτιμο, το «ξεζούμισμα» που οι άπονοι καιροί, οι εξουσίες και το χρήμα επιβάλλουν.
Ενδεικτικά το δέκατο έβδομο προσωπικό άλμπουμ του, King of a Land, που κυκλοφόρησε το 2023 με την υπογραφή Yusuf / Cat Stevens, γνώρισε θερμές κριτικές.
Δεν ξέρω αν πλησίασε αυτό που έψαχνε, αν βρήκε τις απαντήσεις που επιζητούσαν η ψυχή και το μυαλό του, πάντως τα τραγούδια του, παρά την πολύχρονη απουσία του από τα καλλιτεχνικά «πράγματα», δεν έλειψαν στιγμή, ούτε θα λείψουν ποτέ απ’ τις ζωές των ανθρώπων.

