– Ητανε πέναλτι, κύριε Πάνο;
– Ο ορισμός του πέναλτι, κυρία μου.
Πόσες και πόσες ατάκες από το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» δεν επαναλαμβάνονται ενστικτωδώς σε κουβέντες φίλων, σε διαδικτυακές αναρτήσεις ή οπουδήποτε αλλού καθημερινά; Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία της, η θρυλική ταινία του Σταύρου Τσιώλη έχει «ποτίσει» την ποπ κουλτούρα όσο ελάχιστες στην ελληνική κινηματογραφική ιστορία. Από χθες κυκλοφορεί ξανά και στις αίθουσες δίνοντας την ευκαιρία, ειδικά στους νεότερους, που την έχουν γνωρίσει κυρίως μέσα από τα κλιπάκια του YouTube, να την απολαύσουν σε όλο το καλτ μεγαλείο της.
Τα πάντα ήταν στο σενάριο. Απλώς ο Σταύρος Τσιώλης είχε την ικανότητα, αν κάτι δεν λειτουργούσε σωστά, να κάθεται το βράδυ και να αλλάζει το σενάριο.
«Θυμάμαι ότι ο Σταύρος Τσιώλης με τον Χρήστο Βακαλόπουλο είχαν έρθει στην Καβάλα να συναντήσουν έναν τραπεζίτη που τους είχε τάξει λεφτά για το “Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε” και βγήκαμε όλοι μαζί το μεσημέρι να φάμε ψάρια. Κάτι έγινε όμως ασήμαντο, κάτι με το λεμόνι, τσακώθηκαν και είπε ο Τσιώλης “άσ’ τον τον βλάκα, πάμε να φύγουμε”. Γυρίζοντας στην Αθήνα, σκέφτηκαν το σενάριο του “Ας περιμένουν οι γυναίκες”», μου λέει ο Αργύρης Μπακιρτζής σχετικά με την αφετηρία της ταινίας. Οταν έφτασε τελικά η ώρα της υλοποίησης, ο ίδιος δεν μπορούσε να κατέβει στην Πελοπόννησο, όπου ο Τσιώλης γύριζε όλες τις ταινίες του, διότι μόλις είχε γεννήσει η σύζυγός του –«οπότε ανέβηκαν εκείνοι στα μέρη μου»–, και έτσι εγένετο η «καλοκαιρινή μακεδονική κωμωδία», όπως αναφέρεται στους τίτλους αρχής.

Η ιστορία των τριών μπατζανάκηδων (Αργύρης Μπακιρτζής, Γιάννης Ζουγανέλης, Σάκης Μπουλάς), που ξεστρατίζουν ταξιδεύοντας προς τη Θάσο, όπου θα συναντούσαν τις οικογένειές τους, είναι λίγο-πολύ γνωστή· λιγότερο γνωστά είναι όσα συνέβησαν στα γυρίσματα, τα οποία άγχωναν και ταυτόχρονα ενέπνεαν τον δημιουργό της. «Ο Μπουλάς πήγαινε κάθε βράδυ στο καζίνο, στο Πόρτο Καρράς, χαλούσε 600-700 χιλιάρικα και γυρνούσε. Ο Τσιώλης τσατιζόταν πολύ. Πίστευε ότι πράγματα όπως το καζίνο ή οι έρωτες ανάμεσα σε άτομα του συνεργείου μάς αποσπούσαν από τη δουλειά. Τελικά τα έβαλε κι αυτά στην ταινία, όπως και τη σκηνή με τα ψάρια, και ησύχασε», θυμάται ο Μπακιρτζής, ο οποίος χαρακτηρίζει τα γυρίσματα «μια από τις πιο πραγματικές στιγμές της ζωής μου».
Οταν τον ρωτάω αν φανταζόταν ποτέ ότι το φιλμ θα αποκτούσε τέτοια θρυλική φήμη με το πέρασμα του χρόνου, απαντά ξεκάθαρα: «Φυσικά και όχι. Το έβλεπα ότι είχε κάποια πολύ ωραία μονοπλάνα και εμείς που παίζαμε είχαμε κέφια, όμως αυτό που γίνεται σήμερα είναι εντυπωσιακό. Από την άλλη, ο Τσιώλης έγραφε πολύ ωραία, προσωπικά ταυτίζομαι με τους περισσότερους χαρακτήρες του, και η ταινία είναι γεμάτη ατάκες, πολλές από τις οποίες παραμένουν σύγχρονες, ειδικά στο πολιτικό κομμάτι με τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Ακόμα και η μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ είναι σαν να προφητεύεται».
Πράγματι, το πολιτικό αισθητήριο του Τσιώλη τον οδήγησε να ενσωματώσει μια σειρά από τρομερά εύστοχες παρατηρήσεις μέσα σε ένα ελεύθερα κωμικό πλαίσιο. Ποιος δεν θυμάται τη μυθική σκηνή στην πισίνα με τον ακραιφνή πασόκο Μπουλά να συνειδητοποιεί ότι η μητέρα του ψήφισε Νέα Δημοκρατία και να βουτάει για να πνιγεί; «Σίγουρα τότε ήταν ακόμα μεγάλος ο φανατισμός με τα κόμματα, κάτι που δεν υπάρχει τώρα, γιατί καθένας κοιτάζει περισσότερο το συμφέρον του. Επίσης, ήταν πιο αθώα, πιο ξεκάθαρη εποχή. Σήμερα πολλές φορές αναρωτιέμαι ποιο είναι το ΠΑΣΟΚ, ποιος είναι ο Τσίπρας. Πιστεύω πως αν ζούσε ο Τσιώλης θα έκανε μια ενδιαφέρουσα ταινία για όλα αυτά».
Ηταν όμως οι περίφημες ατάκες της ταινίας αυτοσχεδιασμοί, όπως πολλοί πιστεύουν; «Καθόλου, τα πάντα ήταν στο σενάριο. Απλώς ο Τσιώλης είχε την ικανότητα, αν κάτι δεν λειτουργούσε σωστά, να κάθεται το βράδυ και να αλλάζει το σενάριο», απαντά ο Μπακιρτζής, ενώ επισημαίνει την αγάπη του Ελληνα κινηματογραφιστή για τους ερασιτέχνες ηθοποιούς όπως ο ίδιος. «Συχνά ήθελε ο ηθοποιός να μην ερμηνεύει, να είναι ο εαυτός του. Θυμάμαι όταν κάναμε τον “Χαμένο θησαυρό του Χουρσίτ Πασά” είχε έναν επαγγελματία, ο οποίος τον ρωτούσε διαρκώς “ποιος είμαι, πού πάω, τι κάνω”, εννοώντας το πώς θα παίξει. Οπότε φωνάζει ο Τσιώλης τον βοηθό του, τον Χάρη Μιχελογιαννάκη, και του λέει: “Χάρη, βρες μια μπάντα πνευστών, έχουμε κηδεία αύριο”. Αλλαξε το σενάριο και τον κήδεψε».

