Πιστεύει, όπως και άλλοι πριν από αυτόν, ότι ο Ομηρος ήταν «ο καλύτερος σεναριογράφος όλων των εποχών». Γιατί τα ομηρικά έπη, όπως τονίζει, χαρακτηρίζονται από ενάργεια –με τον ακροατή ή αναγνώστη να βλέπει νοερά την ιστορία να εκτυλίσσεται μπροστά του– και από μια σχεδόν κινηματογραφική εκφραστικότητα: χαρακτηριστική είναι η λεπτομερής περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα στην Ιλιάδα, με όλες τις μικρότερες αφηγήσεις που περιλαμβάνει. Μας υπενθυμίζει επίσης ότι ο Σεργκέι Αϊζενστάιν έβλεπε κινηματογραφικά στοιχεία ακόμη και στην αρχιτεκτονική και στη γλυπτική των αρχαίων, γράφοντας ότι «η Ακρόπολη των Αθηνών θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί το τέλειο παράδειγμα μιας από τις αρχαιότερες ταινίες»· μέχρι και τον Σέρτζιο Λεόνε, που θεωρούσε τον Ομηρο αφετηρία των πάντων, αναφέρει ο Μάρτιν Γουίνκλερ, καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Μέισον της Βιρτζίνια, ο οποίος ειδικεύεται στην απεικόνιση της αρχαιότητας στη μικρή και στη μεγάλη οθόνη. Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν να μην του θέσουμε μερικές ερωτήσεις με αφορμή την κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας που τόσο συζητείται αυτές τις ημέρες.

– Eχετε δει τις προηγούμενες ταινίες του Κρίστοφερ Νόλαν; Τον γοητεύουν ο χρόνος, η μνήμη και η υποκειμενική εμπειρία. Ποιες είναι οι προσδοκίες σας από τη δική του «Οδύσσεια»;
– Ο Νόλαν είναι ένας ευφυής και αφοσιωμένος δημιουργός. Το «Memento» και το «Inception» είναι ίσως οι ταινίες του με την πιο σύνθετη αφηγηματική δομή. Η πλοκή της Ιλιάδας εξελίσσεται γραμμικά, αν και περιλαμβάνει αρκετές αναδρομές στο παρελθόν και αναφορές στο μέλλον. Η Οδύσσεια, αντίθετα, έχει μη γραμμική αφήγηση. Οι «Απόλογοι» του Οδυσσέα, η διήγησή του για τις περιπέτειές του, αποτελούν την πρώτη εκτενή αναδρομή στο παρελθόν στη δυτική λογοτεχνία. Υπό αυτή την έννοια, το ύφος του Νόλαν ταιριάζει στο ομηρικό έργο, αν και δεν πιστεύω ότι η Οδύσσεια απαιτεί κάποια ιδιαίτερα περίπλοκη αφηγηματική δομή. Eχω δει μόνο ένα σύντομο τρέιλερ και, προς το παρόν, δεν έχω συγκεκριμένες προσδοκίες. Ο ίδιος ο Νόλαν έχει δηλώσει ότι η Οδύσσεια τον έχει επηρεάσει σε όλη την κινηματογραφική πορεία του, κάτι που προμηνύει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μεταφορά της στη μεγάλη οθόνη.

– Η συζήτηση για την επιλογή της Κενυάτισσας Λουπίτα Νιόνγκο στον ρόλο της Ωραίας Ελένης συνεχίζεται. Σε ποιον βαθμό μια διασκευή ενός αρχαιοελληνικού έργου οφείλει να παραμένει πιστή στο πρωτότυπο;
– Στη σημερινή συνθήκη, με τις πολιτικές ταυτότητας κ.λπ., το πολυφυλετικό κάστινγκ δεν εκπλήσσει. Προ ετών, στη σειρά του BBC «Troy: Fall of a City» είδαμε έναν μαύρο Δία και έναν μαύρο Αχιλλέα. Τέτοιες επιλογές δεν καθορίζουν την καλλιτεχνική ποιότητα ενός έργου. Αυτό που την καθορίζει είναι οι ερμηνείες των ηθοποιών. Θα έλεγα μάλιστα ότι ένα μέρος της αντιπαράθεσης στην οποία αναφέρεστε πηγάζει περισσότερο από σύγχρονες ιδεολογίες, παρά από ενδιαφέρον για την κλασική γραμματεία. Πριν από πολλά χρόνια, στην Ουάσιγκτον, παρακολούθησα μια παράσταση του «Οθέλλου», όπου όλοι οι ηθοποιοί ήταν μαύροι, εκτός από τον Πάτρικ Στιούαρτ, που υποδυόταν τον πρωταγωνιστή. Η επιλογή, παρότι όχι αναγκαία, λειτούργησε άψογα, χωρίς να αλλοιώσει το έργο του Σαίξπηρ. Από την άλλη, καμία μετάφραση ή διασκευή δεν μπορεί να ταυτιστεί απόλυτα με το πρωτότυπό της. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Σημασία έχει ο βαθμός στον οποίο ο μεταφραστής ή ο διασκευαστής έχει κατανοήσει το πνεύμα του πρωτοτύπου. Στις αρχές του 18ου αιώνα ο Βρετανός κλασικιστής Ρίτσαρντ Μπέντλεϊ είπε στον Αλεξάντερ Πόουπ, αναφερόμενος στη μετάφρασή του της Ιλιάδας: «Είναι ένα πολύ όμορφο ποίημα, κ. Πόουπ, αλλά δεν πρέπει να το αποκαλείτε “Ομηρο”». Iσως η παρατήρηση να ισχύει και για την ταινία του Νόλαν.
– Πότε άρχισε ο κινηματογράφος να ενδιαφέρεται για τους ελληνικούς μύθους;
– Ο κινηματογράφος, ήδη από τα πρώτα βήματά του, αγωνίστηκε να αποκτήσει κοινωνικό και καλλιτεχνικό κύρος. Γι’ αυτό στράφηκε σε θέματα που σε πολιτισμικό επίπεδο το διέθεταν ήδη: στη Βίβλο, στον Σαίξπηρ, στον Δάντη, στην ελληνική μυθολογία και στη ρωμαϊκή ιστορία. Eνας από τους σημαντικότερους πρωτοπόρους του, ο Ζορζ Μελιές, που αποκαλείται «ο πρώτος μάγος του κινηματογράφου», γύρισε αρκετές ταινίες μικρού μήκους με κλασικά θέματα. Η αγαπημένη μου είναι το «Νησί της Καλυψώς» (σ.σ.: L’Ile de Calypso) του 1905, με τον υπότιτλο «Ο Οδυσσέας και ο γίγαντας Πολύφημος» (Ulysse et le géant Polyphème). Πρόκειται για την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά ομηρικού θέματος, με διάρκεια μόλις τεσσάρων λεπτών. Ο Μελιές, βέβαια, αντιμετώπισε την πηγή του με παιγνιώδη ελευθερία, καθώς όπως ξέρουμε το νησί της Καλυψώς και το νησί του Πολύφημου δεν είναι το ίδιο μέρος.

– Ποιες απεικονίσεις της αρχαίας Ελλάδας κυριάρχησαν στον μεταπολεμικό κινηματογράφο και γιατί επισκιάστηκαν από εκείνες της αρχαίας Ρώμης;
– Τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 ο επικός κινηματογράφος ακολούθησε δύο βασικές κατευθύνσεις. Από τη μια υπήρχαν ιταλικές ταινίες εμπνευσμένες από την ελληνική μυθολογία, με αφετηρία τον «Οδυσσέα» (σ.σ.: Ulisse του 1954, με τον Κερκ Ντάγκλας), αλλά και τις διάφορες ταινίες με τον Ηρακλή, στις οποίες εμφανίζονταν ο Στιβ Ριβς και άλλοι σωματώδεις ηθοποιοί. Από την άλλη υπήρχαν οι αμερικανικές υπερπαραγωγές με θέμα τη ρωμαϊκή ιστορία, όπως τα «Quo Vadis», «Μπεν Χουρ», «Σπάρτακος» και «Κλεοπάτρα», για να αναφέρω μόνο τις πιο γνωστές. Οι τελευταίες γνώρισαν μικρότερης κλίμακας μιμήσεις και στην Ιταλία. Φυσικά υπήρχαν και άλλες, όπως οι «300 Σπαρτιάτες» του Ρούντολφ Ματέ και ο «Κολοσσός της Ρόδου» του Σέρτζιο Λεόνε. Η μυθολογία και η αρχαία ιστορία προσφέρονταν για κινηματογραφικές υπερπαραγωγές, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του έγχρωμου φιλμ, της ευρείας εικόνας και του στερεοφωνικού ήχου. Λόγω της ιστορίας τους, οι Ιταλοί και οι Αμερικανοί ήταν πιο εξοικειωμένοι με τη ρωμαϊκή αρχαιότητα παρά με την αρχαία Ελλάδα. Βέβαια, τον Ηρακλή τον γνώριζαν όλοι.

– «Τροία», «Αλέξανδρος», «300». Γιατί στις αρχές του 21ου αιώνα γυρίζονται τόσες ταινίες με θέμα την αρχαία Ελλάδα και ποιες αλλαγές φέρνουν;
– Η επιστροφή του επικού κινηματογράφου με θέμα την αρχαιότητα ξεκίνησε το 2000 με τον «Μονομάχο», η επιτυχία του οποίου αιφνιδίασε σχεδόν τους πάντες. Ακολούθησαν κι άλλες ταινίες, ποικίλης ποιότητας. Είχαν προηγηθεί, βέβαια, οι τηλεοπτικές σειρές «Ηρακλής» και «Ζήνα». Η σημαντικότερη διαφορά σε σχέση με τις παλαιότερες παραγωγές ήταν η τεχνολογία και ειδικότερα η χρήση του CGI. Ενα μεγάλο μέρος της γοητείας του «Μονομάχου» οφειλόταν σε αυτή την «κυβερνο-Ρώμη», όπως θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε. Πλέον, οι ήρωες και οι ηρωίδες μπορούσαν να κάνουν πράγματα που ο Στιβ Ριβς δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Ενα παράδειγμα είναι και η Wonder Woman, η οποία κατάγεται, όπως γνωρίζουν οι φίλοι της, από τον Ολυμπο. Παρά τα «μαγικά» του CGI και τους τεράστιους προϋπολογισμούς, τα βασικά αφηγηματικά μοτίβα παρέμειναν σχεδόν αναλλοίωτα.

– Αντί δηλαδή να αλλάξει τη λειτουργία των μύθων, η τεχνολογία άλλαξε την κλίμακα της αφήγησής τους;
– Ναι, ισχύει μάλλον το δεύτερο. Λέγεται συχνά ότι όλες οι ιστορίες έχουν ήδη ειπωθεί. Εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος, το ύφος με το οποίο τις αφηγούμαστε, όχι ο βασικός πυρήνας. Στο βιβλίο του «Παλίμψηστα» ο Γάλλος θεωρητικός της λογοτεχνίας Ζεράρ Ζενέτ υποστήριξε ότι η Οδύσσεια αποτελεί το κατεξοχήν υπο-κείμενο (σ.σ.: hypotext), δηλαδή ένα κείμενο που βρίσκεται στη βάση των κάθε λογής μεταγενέστερων υπερ-κειμένων (hypertexts), των έργων που το διασκευάζουν. Φυσικά, τα υπερκείμενα μπορούν αργότερα να μετατραπούν και τα ίδια σε υποκείμενα. Η «Οδύσσεια» του Νόλαν είναι το πιο πρόσφατο υπερκείμενο της ομηρικής Οδύσσειας, με μια αδιάκοπη αλυσίδα υποκειμένων και υπερκειμένων να μεσολαβεί ανάμεσά τους.

