DARIAN LEADER
Τα χέρια. Τι κάνουμε μ’ αυτά και γιατί
μτφρ.: Χ. Πάλλας
επιμ. Δ. Χατζηχαραλάμπους
εκδ. Periplaneta, 2025 σελ. 144
GEORGES BATAILLE
Το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού
ROLAND BARTHES
Οι έξοδοι του κειμένου
μτφρ. Ρ. Σινοπούλου
εκδ. Πλέθρον, 2025
σελ. 48
Το καλοκαίρι, τα χέρια και τα πόδια έχουν την τιμητική τους. Ακόμη και το πιθηκοειδές μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, αυτό το καχεκτικό, ατροφικό μέλος, εκτίθεται με θράσος στο φως του ανελέητου ελληνικού ήλιου. Είναι η εποχή που αποκαλύπτεται το αληθινό πρόσωπο των ανθρώπινων άκρων: κινήσεις νευρικές, φευγαλέες, αθέλητες, μια διαρκής ανησυχία που βγάζει τη γλώσσα στην προσπάθεια των ανθρώπων να πείσουν πως διατηρούν τον πλήρη έλεγχο του εαυτού τους. Με κάθε ξύσιμο του κούτελου ή της γάμπας, με κάθε τσίγκλισμα της μύτης και τσάκισμα του εισιτηρίου, τα χέρια σαρδονίως σε ρωτούν: αλήθεια, νομίζεις πως ορίζεις τις κινήσεις σου απολύτως; Απόλαυση, τέτοιες σκηνές, για τους περιπατητές του θέρους!
Ιδού, το παράδοξο των χεριών: από τη μια συμβολίζουν την εμπρόθετη δράση, την ελεύθερη βούληση, καθώς εμείς –αλίμονο!– αποφασίζουμε, εάν τα χέρια μας χαϊδεύουν ή πληγώνουν· βαστούν ή εγκαταλείπουν· γίνονται εργαλεία ή όπλα. Μόνον που, εάν τα προσέξεις καλύτερα, τα δικά σου χέρια και των άλλων, αντιλαμβάνεσαι πόσο είναι απείθαρχα, λες κι έχουν δική τους ζωή. Iσως γι’ αυτό θέλουμε τα χέρια μας μονίμως απασχολημένα, επειδή τα φοβόμαστε κατά βάθος: «εκεί όπου σήμερα είναι το κινητό μας, κάποτε βρισκόταν η βεντάλια, το μαντίλι, η ταμπακιέρα», παρατηρεί ο Ντάριαν Λίντερ. Αεικίνητα, τα χέρια προδίδουν ένα δυνάμει νοσηρό πλεόνασμα ενέργειας μέσα μας, το οποίο καλύτερα να παροχετεύεται σε κομποσκοίνια, κομπολόγια, τσιγάρα και –εσχάτως– κινητά τηλέφωνα. Ταινίες τρόμου και συγγράμματα ψυχιατρικής βεβαιώνουν τον φόβο για το χέρι που αυτονομείται, που παύει να υπακούει και κάνει τα δικά του. Η ζοφερή ελληνική λέξη αυτοχειρία, θα προσθέταμε, θυμίζει πως τα ίδια μας τα χέρια ασκούν πάνω μας μια δύναμη ζωής και θανάτου.
Το βιβλίο του Λίντερ συνιστά, εκτός των άλλων, μια έξυπνη κριτική της κουλτούρας της αυτοβελτίωσης, του γνωστού «κάνε δουλίτσα με τον εαυτό σου», λες και όλα είναι θέμα επιλογής, προτίμησης και λογιστικής διευθέτησης. Επιζήσαντες από στρατόπεδα συγκέντρωσης, διαβάζουμε, απέδωσαν την επιβίωσή τους σε καθαρή τύχη. Οι μαρτυρίες τους «δεν μας λένε πως η επιβίωση εξαρτήθηκε από τη δουλειά με τον εαυτό τους. Απεναντίας, επικρατούσε μια τρομερή ενδεχομενικότητα, τέτοια που δεν έχει χώρο στον σημερινό κόσμο της αυτοανάπτυξης και της αυτοπραγμάτωσης».
Τα χέρια προδίδουν ένα δυνάμει νοσηρό πλεόνασμα ενέργειας μέσα μας, το οποίο καλύτερα να παροχετεύεται σε κομποσκοίνια, κομπολόγια, τσιγάρα και –εσχάτως– κινητά τηλέφωνα.
Oταν τα χέρια μιλούν, ποιος τ’ ακούει; Σπίρτα σπασμένα, σουβέρ σκισμένα, αφηρημένα σκίτσα, κακότεχνα οριγκάμι – ορίστε, τα εφήμερα ίχνη της συνύπαρξης των ανθρώπων στα μπαρ, υλικά απομεινάρια λεκτικών ανταλλαγών της νύχτας, αλλά και πειστήρια, ισχυρίζεται ο Λίντερ, πως ο λόγος διαρκώς επιζητεί την ενσάρκωσή του· έστω παίζοντας για ώρα μ’ ένα σουβέρ, που εντέλει τα ομιλούντα χέρια καταστρέφουν στ’ όνομά του. Μήπως τα λόγια μας έχουν καμία υποχρέωση να διασώσουν οτιδήποτε, καθώς περνούν από εδώ και από εκεί;

Στο εμβληματικό δοκίμιο της φιλοσοφικής αβάν-γκαρντ «Το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού» (1929), ο Μπατάιγ προσφέρει ένα σχήμα παρόμοιο, όπου συμφύρονται γλώσσα και σώμα – εδώ, μέσω του μεταφορικού λόγου. Ο άνθρωπος είναι το δέντρο που υψώνεται προς τον ουρανό, αλλά, φευ, ο κορμός παραμένει ριζωμένος μες στη λάσπη! Κι είναι το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, δύσμορφο, λοξό και εξευτελιστικό, που ομολογεί τη χαμερπή, ανεκρίζωτη καταγωγή μας. Τα χέρια μας έφτιαξαν Παρθενώνες και καθεδρικούς ναούς· ωστόσο, παραμένουμε έρμαια «μιας κίνησης πέρα-δώθε από τα σκουπίδια στο ιδεώδες», από το υψηλό στο χθαμαλό, από το ευγενές στο κυφό, από το αιθέριο στο βορβορώδες. Ο άνθρωπος είναι το πλάσμα «με τα πόδια μέσα στη λάσπη, αλλά το κεφάλι σχεδόν μέσα στο φως…».
Γιατί, σχεδόν;
Βλέπεις το φως μια στιγμή, έπειτα το χάνεις. Στον «Φαίδωνα», νομίζω, φτιάχνει ο Πλάτωνας την εικόνα του ψαριού που ίσα και βγάζει το κεφάλι έξω από τη θάλασσα, ώστε ακαριαία αντιλαμβάνεται τον κόσμο που εκτείνεται ψηλά, προτού γυρίσει στα συνήθη βύθη της θάλασσας.
Το κείμενο του Μπατάιγ θα ‘πρεπε να διαβάζεται μαζί με το δοκίμιο του Μονταίν «Για τους αντίχειρες», καθώς συνιστά την παιγνιώδη αντιστροφή του. Ο Μονταίν είχε αντιληφθεί πως κι ένας ταπεινός αντίχειρας είναι μείζων υπόθεση, αρκεί να γράψεις γι’ αυτόν, ώστε οι λέξεις να φανερώσουν τις πραγματικές διαστάσεις του: «Οι Eλληνες ονομάζουν το μεγάλο δάχτυλο αντίχειρ σαν να λέγαμε ένα άλλο χέρι…».
O νους μου δεν πήγε ακριβώς σε λέξεις, αλλά σε σκόρπια χέρια και πόδια που χωρούν σε μια χούφτα, τάματα που έβλεπα μικρός στα ξωκκλήσια κάποιου νησιού.
Με την ωραία μορφή του «διπλού βιβλίου», η ανά χείρας έκδοση ενσωματώνει το δοκίμιο του Ρολάν Μπαρτ «Οι έξοδοι του κειμένου» (1972), το οποίο προσεγγίζει το περί μεγάλου δαχτύλου κείμενο του Μπατάιγ. Δίχως ν’ αναφέρει ονομαστικά τον Μονταίν, ο Μπαρτ συνοψίζει λαμπρά το μονταινικό πρόταγμα. «Η γνώση θα μπορούσε να συνιστά ερμηνευτική μυθοπλασία», ισχυρίζεται, μια «γνώση μπουρλέσκ, ετερόκλιτη» και «παράδοξη» που επιδιώκει τη μετάβαση από το ερώτημα τι είναι τούτο το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, στο κατεξοχήν ερώτημα ενός δοκιμίου: Τι είναι για μένα; Ο Μπαρτ διακρίνει μεταξύ ουσιαστικής –δοκιμιακής– «γραφής» και συμβατικής «γραφοσύνης». Η γραφή δεν περιγράφει, ούτε διηγείται απλώς· αφομοιώνει και αναδεικνύει τη βαθύτερη αξία των λέξεων, καθώς δημιουργούν ιστούς ζωντανού νοήματος. Αυτές είναι οι λέξεις που «ξεχωρίζουν αρκετά, που λάμπουν αρκετά, που θριαμβεύουν, για να αγαπηθούν – όπως κάνουν τα φετίχ».
Για κάποιο λόγο, ο νους μου δεν πήγε ακριβώς σε λέξεις, αλλά σε σκόρπια χέρια και πόδια που χωρούν σε μια χούφτα, τάματα που έβλεπα μικρός στα ξωκκλήσια κάποιου νησιού, σε διαδρομές θερινές. Με απωθούσαν και μαζί με τραβούσαν, αυτά τα ανάγλυφα πόδια και χέρια σε σμίκρυνση, ξεκομμένα από οποιαδήποτε αναγωγή σ’ ένα ακέραιο σώμα, έγκλειστα σε ορθογώνια πλαίσια από αλουμίνιο και ασήμι σαν υπερμεγέθη γραμματόσημα.
*Ο κ. Νικήτας Σινιόσογλου είναι συγγραφέας.

