Οι εικόνες έκαναν τον γύρο του κόσμου με αφορμή το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου. Χιλιάδες Ιάπωνες φίλαθλοι, μετά τη λήξη των αγώνων, δεν έσπευδαν προς την έξοδο. Εβγαζαν σακούλες από τις τσάντες τους και καθάριζαν σχολαστικά τις κερκίδες, αφήνοντάς τες συχνά σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι τις είχαν βρει. Εντάξει, θα συμφωνήσω, οι Ιάπωνες είναι μοναδικοί. Σιγά μη συγκριθούμε μαζί τους, θα ήταν υπερβολή. Την ίδια εποχή όμως, όπου στην Αθήνα παλεύουμε καθημερινά με τα σκουπίδια, την εγκατάλειψη και την ασταμάτητη φθορά του δημόσιου χώρου, μου έρχεται κατά νου και μία άλλη χώρα που κατά τα λεγόμενα ακολουθεί και αυτή έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Μη σοκαριστείτε! H χώρα αυτή, σε αντίθεση με την πάμπλουτη Ιαπωνία, είναι φτωχή, βρίσκεται στην αφρικανική ήπειρο και δεν είναι άλλη από την καταταλαιπωρημένη από πολέμους και γενοκτονίες Ρουάντα!
Κάθε τελευταίο Σάββατο του μήνα, η Ρουάντα «σταματά» για τρεις ώρες. Οι πολίτες αφήνουν τις καθημερινές ασχολίες τους και βγαίνουν στους δρόμους για να καθαρίσουν, να φυτέψουν δέντρα, να συντηρήσουν δημόσιους χώρους και να φροντίσουν τη γειτονιά τους. Ο θεσμός αυτός ονομάζεται Umuganda. Η λέξη σημαίνει «συλλογική εργασία για το κοινό καλό» και αποτελεί παραδοσιακή πρακτική, με ρίζες στην προ-αποικιακή εποχή. Μετά τις σφαγές του 1994, η κυβέρνηση την επανέφερε ως εργαλείο ανοικοδόμησης, κοινωνικής συνοχής και συμφιλίωσης. Το 2007, κατοχυρώθηκε νομοθετικά, ενώ από το 2009 εφαρμόζεται με τη σημερινή της μορφή, ως υποχρεωτική μηνιαία κοινοτική εργασία για τους περισσότερους ενήλικους πολίτες. Ναι, καλά ακούσατε, υποχρεωτική, κάτι σαν τη φορολογία. Μετά το τέλος της τρίωρης εργασίας, ακολουθεί συζήτηση για τα προβλήματα της γειτονιάς και τις ανάγκες της κάθε κοινότητας. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Η Ρουάντα συγκαταλέγεται σήμερα στις καθαρότερες χώρες της Αφρικής και η πρωτεύουσά της αναφέρεται συχνά ως πόλη-πρότυπο. Η επιτυχία αυτή δεν οφείλεται μόνο στην αποτελεσματική δημόσια διοίκηση ή στην αυστηρή απαγόρευση της πλαστικής σακούλας. Οφείλεται στην καλλιέργεια κοινής συνείδησης και αναδεικνύει μια κοινή αλήθεια: οι πόλεις γίνονται καθαρές όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι το πεζοδρόμιο, η πλατεία και το πάρκο είναι και δική τους υπόθεση. Ισως η μεγαλύτερη πρόκληση για την Αθήνα να μην είναι να αγοραστούν περισσότερα μηχανήματα καθαρισμού. Ισως να είναι η καλλιέργεια μιας νέας σχέσης των πολιτών με τον δημόσιο χώρο. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει και οι αρμόδιοι να το αντιληφθούν. Προς το παρόν «αντιλαμβάνονται» μόνο τις φιέστες.

