Ενα φιλί. Τι να σου κάνει ένα φιλί;

Η ιστορία είναι αυτή: ο Κλεμάν, ένα αγόρι που η μητέρα του κυρίου Γκρι γνώρισε στην Κινσάσα του τότε Βελγικού Κονγκό, δεν ήταν ακριβώς όμορφος, αλλά είχε μια φινέτσα και μια συστολή που τον καθιστούσε στα μάτια της απέραντα γοητευτικό

2' 33" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η ιστορία είναι αυτή: ο Κλεμάν, ένα αγόρι που η μητέρα του κυρίου Γκρι γνώρισε στην Κινσάσα του τότε Βελγικού Κονγκό, δεν ήταν ακριβώς όμορφος, αλλά είχε μια φινέτσα και μια συστολή που τον καθιστούσε στα μάτια της απέραντα γοητευτικό. 

Ο Κλεμάν ερωτεύτηκε τη μητέρα του αμέσως, με την πρώτη ματιά. Σχεδόν με το που έφτασε εκεί από την Αθήνα, για να επανενωθεί με τον πατέρα της που είχε φύγει λίγα χρόνια πριν ως μετανάστης. 

Εκείνη δεν είχε κλείσει τα δεκαέξι. Εκείνος μόλις είχε γίνει δεκαοκτώ. Aκουγε στο νέο τους σπίτι, στη Λεόπολντβιλ (την οποία όμως όλοι οι Ελληνες αποκαλούσαν Κινσάσα), το «Day-O» του Χάρι Μπελαφόντε και διάβαζε τον βελγικό ταξιδιωτικό οδηγό Nagel που της χάρισε ο πατέρας της και ο οποίος έλεγε πως η Κινσάσα ήταν «μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που παρείχε όλες τις ανέσεις». 

Η μουσική την ένωσε με τον Κλεμάν, όπως γίνεται συχνά με τους έρωτες, και τους νεανικούς και τους πιο ώριμους. Ο Κλεμάν ήταν Εβραίος. Ο πατέρας του έφερε στο μπράτσο το τατουάζ με τον αριθμό του στρατοπέδου. Οι Γερμανοί τον έπιασαν την ημέρα που μπήκαν στο χωριό τους, κάπου στη Λευκορωσία. Πρόλαβε να φυγαδεύσει την οικογένειά του. 

Τον υποχρέωσαν να σκάψει μαζί με τους υπόλοιπους έναν λάκκο και τους έστησαν μπροστά από ένα μυδράλιο. Περιέργως πώς, δεν τον βρήκε καμία ριπή. Επεσε στον λάκκο και προσποιήθηκε τον νεκρό. 

Οι Γερμανοί είχαν κουραστεί, ήταν και πιωμένοι, έριξαν μερικές τυχαίες χαριστικές βολές κι έθαψαν πρόχειρα τον σωρό. 

Λίγο οξυγόνο περνούσε μέσα από τα ανοίγματα και αυτός περίμενε να βραδιάσει για να μπορέσει να ελιχθεί με κόπο μέσα από τα λερά, παγωμένα σώματα. Στα δάση της Λευκορωσίας τον έπιασαν ξανά. Και αυτή τη φορά τον έστειλαν σε στρατόπεδο. Επέζησε και απ’ τους θαλάμους αερίων και τα πειράματα. 

Η πρώτη φορά που ο Κλεμάν είδε πραγματικά τον πατέρα του ήταν στη Χάιφα το 1946. Τότε πια ήταν έξι χρόνων παιδί.

Ο πατέρας του τους πήρε και πήγαν στο Κονγκό. Εκανε δουλειές, πλούτισε. 

Στο αποικιοκρατικό Κονγκό των Βέλγων, ο πατέρας του ένιωσε επιτέλους ασφαλής. Αλλά διατήρησε σε όλη του τη ζωή έναν βαθύ τρόμο για τους χριστιανούς. Πώς θα μπορούσε ο γιος του να παντρευτεί μια χριστιανή; Να παρακούσει τον πατέρα με τον αριθμό στο μπράτσο, τη μνήμη του λάκκου και των κρεματορίων; 

Ο Κλεμάν πήρε το κορίτσι κι έκαναν τον τελευταίο τους περίπατο στις όχθες του ποταμού Κονγκό. Κοιτάζοντας όλον αυτό τον αδιανόητο όγκο νερού να κυλάει προς τον ωκεανό, της είπε, αμήχανα, ότι οι φήμες έλεγαν πως οι κροκόδειλοι έκαναν κιμά έναν Ευρωπαίο πρέσβη και πως τα φίδια, νερόφιδα χοντρά σαν μπουριά, σουλατσάρουν στα θολά, πράσινα νερά του. 

Της έδωσε ένα φιλί. Την επομένη έφυγε, κατ’ εντολήν του πατέρα του. Πήγε για σπουδές στο Βέλγιο. Δεν τον είδε ποτέ ξανά. 

Ενα φιλί. Τι να σου κάνει ένα φιλί; Αλλά, πάλι, γιατί έπειτα από τόσες δεκαετίες το θυμόταν με τόση φόρτιση και μοιράστηκε την ιστορία του με τον γιο της; 

Ο κύριος Γκρι αναρωτιέται έως σήμερα εάν όλα αυτά έγιναν όντως έτσι. Η μητέρα του ήταν και λίγο μυθομανής. Αυτοί οι μύθοι ήταν το δικό της φιλί αποχαιρετισμού.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT