Μπούκλες, μαύρα ρούχα και αναμνήσεις

Την περασμένη Πέμπτη, στο γεμάτο Θέατρο Λυκαβηττού, ο Ρόμπερτ Πλαντ μάς έδωσε και ένα τεράστιο χιτ των Led Zeppelin που λίγοι περίμεναν να ακούσουν. Και μαζί, τα χαρακτηριστικά του βραχνά ουρλιαχτά, δόσεις χιούμορ, λίγες νότες στη φυσαρμόνικα και μια γλυκιά αίσθηση ότι τα νιάτα μας δεν πήγαν χαμένα

2' 33" χρόνος ανάγνωσης

Μια παλιά κινέζικη παροιμία λέει «ικανοποίησε όλες τις επιθυμίες κάποιου και θα σε περιφρονήσει, μην ικανοποιήσεις καμία και θα σε αντικαταστήσει». ΟΚ, δεν υπάρχει τέτοια παροιμία, από το μυαλό μου την έβγαλα, όμως οι σκέψεις αυτές φωτίζουν τη χρυσή τομή του Ρόμπερτ Πλαντ. Ενός τραγουδιστή που δεκαετίες τώρα δεν μας δίνει αυτό που θέλουμε (την επανένωση των Led Zeppelin), αλλά δεν μας αγνοεί κιόλας, συμπεριλαμβάνοντας λίγα έστω κομμάτια του ένδοξου παρελθόντος σε κάθε λάιβ.

Μάλιστα, την περασμένη Πέμπτη, στο γεμάτο Θέατρο Λυκαβηττού, μας έδωσε και ένα τεράστιο χιτ των Led Zeppelin που λίγοι περίμεναν να ακούσουν. Και μαζί, τα χαρακτηριστικά του βραχνά ουρλιαχτά, δόσεις χιούμορ, λίγες νότες στη φυσαρμόνικα και μια γλυκιά αίσθηση ότι τα νιάτα μας δεν πήγαν χαμένα. 

Το λάιβ ξεκίνησε στις 21.25. Τα τέσσερα μέλη των Saving Grace και η τραγουδίστρια Σούζι Ντιάν ανέβηκαν στη φωτισμένη με μπλε σκηνή, για να ακολουθήσει λίγο μετά ο Πλαντ, με το χαρακτηριστικό μεγάλο κεφάλι, τις μπούκλες, τα μαύρα ρούχα και τις αναμνήσεις. Ενα ήπιο Win my train fare home (if I ever get lucky) από το 2002 και δύο ακόμα ακουστικά κομμάτια, σε φολκ και αμερικάνα ύφος έδωσαν τη θέση τους στο κλασικό Ramble on των Led Zeppelin.

Κάπου εδώ ήρθε η πρώτη μεγάλη συμμετοχή του κόσμου και η πρώτη ανατριχίλα. «Το ξέρετε αυτό το τραγούδι, ε;», ρώτησε στο τέλος ο Πλαντ. «Πόσο γριές πόρνες είστε!».

Πάντως, ακόμα και στα λιγότερο γνωστά, στις λιγότερες συναρπαστικές στιγμές, το global folk fusion του Βρετανού τραγουδιστή διατηρεί μια ποιότητα. Ασχέτως αν όλοι κατά βάθος προτιμούμε τα παλιά. Στο Four sticks (ονομάστηκε έτσι επειδή ο θρυλικός Τζον Μπόναμ το έπαιξε με δύο μπαγκέτες σε κάθε χέρι αντί για μία), σηκώνομαι και πηγαίνω μπροστά. Θέλω να δω τον Πλαντ από κοντά. Θέλω να δω τον άνθρωπο που είχα αφίσα στο φοιτητικό μου καθιστικό, ακμαίο και χαρούμενο στα 78 του. Η φωνή του είναι σχεδόν ίδια, η όψη του διαφέρει ελάχιστα, ο τρόπος που χρωματίζει τις νότες εξακολουθεί να μην έχει όμοιό του στο χαρντ ροκ. Οταν φέρνει το μικρόφωνο στο στομάχι, ξαναγίνεται 20 χρόνων. Οταν τραγουδάει με τη Σούζι Ντιάν το For the turnstiles του Νιλ Γιανγκ, η Αμερική και η Αγγλία ενώνονται σε μια νοητή λεωφόρο. 

Κάπου εδώ, οι λίγοι τρελοί που στεκόμαστε μπροστά επιστρέφουμε στη θέση μας, με την υπενθύμιση-μάλωμα ότι «η συναυλία είναι για καθήμενους». Ο Πλαντ πάντως στέκεται. Καθ’ όλη τη διάρκεια του λάιβ δε θα κάνει ούτε ένα διάλειμμα, παρά μόνο όταν μας χαιρετάει, για να επανέλθει 3 λεπτά μετά με ένα δυνατό encore: τo Gallows Pole των Led Zeppelin μπλέκει με τους στίχους του Black dog (σε φολκ παραλλαγή βέβαια), το Everybody’s song των Low ικανοποιεί τους θεατές με indie ανησυχίες, το αναπάντεχο φινάλε φέρνει το κλασικό rock and roll, δώρο γενεθλίων στη Μίμι Πλαντ (εγγονή του τραγουδιστή;).

Κινητά, διαθέσεις και φωνές ανεβαίνουν, από θεατές όλων των ηλικιών, που πλέον έχουν κατακλύσει την πλατεία. «It’s been a long time since I rock ’n’ rolled», λέει ο διάσημος πρώτος στίχος. Ομως ο Πλαντ στην Αθήνα έκανε ακριβώς αυτό, ενώνοντας το μπάντζο με την ηλεκτρική κιθάρα και το μακρινό 1971 με την αιωνιότητα. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT