Η αγγλική λέξη «loom» σημαίνει ταυτόχρονα αργαλειός και κάτι που προβάλλει, που αναδύεται επιτακτικά ή απειλητικά. Αυτή η διπλή σημασία δημιουργεί έναν γόνιμο συμβολικό χώρο: το εργαλείο της ύφανσης, που παράγει υλικότητα και ιστορίες, συναντά την αίσθηση ενός γεγονότος που πλησιάζει, που «υφαίνεται» μπροστά μας. Στην παράσταση της Μαριάννας Κάλμπαρη «Πηνελόπες και Πηνελοπιάδες “The loom”», η οποία εγκαινίασε το αίθριο της ανακαινισμένης Στοάς Αρσακείου –πλέον Στοά Culture–, ο αργαλειός και οι σημασίες του βρίσκονται στον πυρήνα ενός έργου, το οποίο ξαναδιαβάζει την Οδύσσεια από τη σκοπιά της βασίλισσας της Ιθάκης.
Η ίδια η σκηνοθέτις, σε ρόλο ραψωδού-αφηγήτριας, μιλάει για την Πηνελόπη αλλά και μέσα από εκείνη, «ξαναγράφοντας» τον μύθο εστιασμένο στη δική της Οδύσσεια. Η ηρωίδα της δεν ταξιδεύει στη θάλασσα· η περιπέτεια εδώ είναι σιωπηλή, εσωτερική, και «συχνά πιο δύσκολη», όπως αναφέρεται στη διάρκεια της παράστασης, αφού οι «εχθροί» της δεν βρίσκονται σε μακρινά, άγνωστα μέρη, αλλά μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Η απουσία του Οδυσσέα από τη μία, οι αδίστακτοι μνηστήρες και η περιφρόνηση του γιου της, Τηλέμαχου, από την άλλη, την αναγκάζουν να σιωπά και να μένει καθηλωμένη πίσω από τον αργαλειό.
Παρά την κυρίαρχη εικόνα της ομηρικής Πηνελόπης –σεμνή, υπομονετική, πιστή– η ιστορία της ξετυλίγεται εδώ μέσα από ένα φεμινιστικό κείμενο, το οποίο την παρουσιάζει όχι μόνο ως θύμα της πατριαρχίας, αλλά και ως μια γυναίκα πολύπλευρη, σύνθετη και διαρκώς μεταβαλλόμενη. Μέσα σε 75 λεπτά, τρεις περφόρμερ ζωντανεύουν την ιστορία της, με την καθεμία να χρησιμοποιεί ένα διαφορετικό εκφραστικό μέσο. Η Φοίβη Βλάσση γίνεται τα χέρια της, υφαίνοντας στον αργαλειό και τραγουδώντας τις σκέψεις της, η Χριστίνα Σουγιουλτζή το σώμα της, αποδίδοντας μέσα από τον σύγχρονο χορό και την ακροβασία τα συναισθήματα και τις εσωτερικές της μεταπτώσεις, και τέλος, η κ. Κάλμπαρη γίνεται η φωνή και τα λόγια της.
Σημαντικό μέρος της σκηνικής γλώσσας αποτελούν και οι δημιουργίες της Μαριέττας Καρπαθίου. Τα κοστούμια, τα οποία ανεμίζουν κρεμασμένα σε όλο τον σκηνικό χώρο, δεν λειτουργούν απλώς ως ενδυματολογικές επιλογές, αλλά ως εικόνες-πρότυπα που καλούνται να φορέσουν οι γυναίκες για να χωρέσουν στους ρόλους που τους επιβάλλονται.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, ο ρυθμικός ήχος του αργαλειού συνομιλεί με τη μουσική και αποτελεί οργανικό στοιχείο του έργου. Μπροστά στα μάτια των θεατών δημιουργείται ένα πραγματικό υφαντό, το οποίο στο τέλος αποκαλύπτεται ως το ίχνος του χρόνου που μοιραστήκαμε με την ηρωίδα. Κι όμως, παρά την αδιάκοπη και επίμονη ύφανση, το υφαντό που προκύπτει, είναι μόλις λίγα εκατοστά. Τόσο περιορισμένο όσο και ο χώρος που έχουν συχνά οι γυναικείες αφηγήσεις μπροστά στις ανδρικές.
«Πηνελόπες και Πηνελοπιάδες», Στοά Culture, έως 27 Ιουλίου.

