Μεσαίωνας. Εποχή του Καρόλου του Μεγάλου. Στη μουσική, οι διαφορές ανάμεσα στην κοσμική και τη θρησκευτική μουσική είναι ακόμα ανεπαίσθητες. Οχι σπάνια, το ίδιο μουσικό θέμα «ντύνεται» άλλοτε με θρησκευτικό κείμενο και άλλοτε με κοσμικό.
Στους ναούς, ο απλός κόσμος δεν έχει το δικαίωμα να τραγουδήσει. Τον καιρό του Καρλομάγνου όμως συντελείται μια μεγάλη αλλαγή: σύμφωνα με τον μουσικολόγο Καρλ Νεφ, ο λαός αποκτά το δικαίωμα να ψάλλει, μαζί με τον χορό στην εκκλησία, το Κύριε Ελέησον. Γίνεται «τραγούδι του λαού», ίσως το αρχαιότερο θρησκευτικό λαϊκό άσμα όπου ο «γεωργός σπρώχνοντας τ’ αλέτρι κι ο χειροτέχνης κάνοντας την όποια δουλειά του, συνήθιζαν να το τραγουδούν».
Σιγά σιγά αρχίζουν να αντικαθιστούν τα λατινικά με τη λαϊκή γλώσσα, «πειράζουν» τη μελωδία – ένα πράγμα μονάχα παραμένει ίδιο: το άσμα κλείνει πάντοτε με την ίδια επίκληση: Κύριε Ελέησον.
Καθώς κυλούν οι αιώνες και φτάνουμε στον όψιμο Μεσαίωνα και στις αρχές της Αναγέννησης, το πολιτισμικό αυτό ίχνος της εποχής του Καρλομάγνου θα εξελιχθεί εντυπωσιακά. Αυτή την εξέλιξη παρουσιάζει το εξαιρετικό άλμπουμ που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη δισκογραφική εταιρεία Ricercar, από τις κορυφαίες ετικέτες με ηχογραφήσεις πρώιμης μουσικής: «Ubi Caritas. Italian Laude in Early Renaissance». Μια πλειάδα φωνητικών και ορχηστρικών έργων της περιόδου 1420-1520 ερμηνεύει το σύνολο Le Miroir de Musique υπό τη διεύθυνση του Μπατίστ Ρομέν.
Από τον τίτλο του δίσκου ας υπογραμμίσουμε τον όρο «λάουντε». Είναι ο πληθυντικός της λέξης λάουντα (Lauda), που αποτελεί τη σημαντικότερη μορφή θρησκευτικής μουσικής που τραγουδήθηκε σε δημώδη ιταλική γλώσσα.
Η λάουντα γεννήθηκε μέσα από διάφορες θρησκευτικές αδελφότητες της κεντρικής Ιταλίας, κυρίως στην Ούμπρια και την Τοσκάνη. Στην ουσία, πρόκειται για ύμνους αφιερωμένους στην Παρθένο Μαρία, στα Πάθη του Χριστού και στους βίους των αγίων.
Η καθαυτό λάουντα γεννήθηκε τον 13ο αιώνα και μέσα από τη μονοφωνία πέρασε στην πολυφωνία. Λέγεται δε πως ο Αγιος Φραγκίσκος της Ασίζης είχε συνθέσει ο ίδιος ύμνους που κινούνται σε αυτό το πνεύμα της άμεσης σύνδεσης του πιστού με την Εκκλησία.
Πολλά από τα (σύντομα σε γενικές γραμμές) κομμάτια του δίσκου αποτελούν μελοποιήσεις ιταλικών κειμένων, άλλα πάλι ακολουθούν αυστηρά τη χρήση των λατινικών.
Από τα 1400 και έπειτα, και στη σκιά της επίδρασης της γαλλο-φλαμανδικής μουσικής, η λάουντα διαδόθηκε και γνώρισε μεγάλη άνθηση έως και τον δέκατο έκτο αιώνα.

Στη δε Βενετία της Αναγέννησης, η λάουντα ήταν δημοφιλέστατη μεταξύ των έξι θρησκευτικών αδελφοτήτων της πόλης, γνωστές ως Scuole Grandi. Οπως διαβάζουμε στο φυλλάδιο της φροντισμένης έκδοσης (το κατατοπιστικό κείμενο υπογράφει εδώ ο αρχιμουσικός της συγκεκριμένης ηχογράφησης και ερμηνείας, ο Μπατίστ Ρομέν), κάθε μία από αυτές τις αδελφότητες είχε περίπου 500 μέλη που προέρχονταν κυρίως από τη μεσαία τάξη. Τα μέλη συγκεντρώνονταν για να προσευχηθούν και για να οργανώσουν κάποιο φιλανθρωπικό έργο.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει συνολικά 21 κομμάτια, το τελευταίο από τα οποία υπογράφει ο σπουδαίος συνθέτης Ζοσκίν Ντεσπρέ. Τα περισσότερα όμως είναι συνθέσεις ανωνύμων, μονάχα τους στίχους ξέρουμε ποιοι τους έγραψαν (και σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι στη λαϊκή γλώσσα και όχι στα λατινικά).
Η εναλλαγή από τις φωνές στα όργανα είναι από τα πιο ελκυστικά στοιχεία του δίσκου: ερμηνείες σπάνιας ευαισθησίας και ακρίβειας (όσο κι αν προσελκύουν πολλές και διαφορετικές απόψεις οι αναγνώσεις των μουσικών χειρογράφων εκείνης της περιόδου), το δε γνήσια ιταλικό ηχόχρωμα των συνθέσεων δημιουργεί μια μεθυστική σύγχυση ανάμεσα στην κατάνυξη και στον λεπτό, υπαινικτικό αισθησιασμό.
Μία συνολική μουσική πρόταση αντάξια της εταιρείας που διαδίδει τα αριστουργήματα της early music από το μακρινό ακόμα 1980.

