Αν κάποιος βρισκόταν ξαφνικά στο Σινέ Παρί το βράδυ του περασμένου Σαββάτου, θα νόμιζε ότι είχε μεταφερθεί στο… 2001. Χαλαρή ατμόσφαιρα, νεολαία –καπνίζουσα και μη– γύρω από τα τραπεζάκια του θερινού σινεμά, Απερολ στα ποτήρια και στην οθόνη η «Αμελί». Είκοσι πέντε χρόνια μετά, σε sold out προβολή, σαν να μην πέρασε μια μέρα από εκείνον τον μακρινό Σεπτέμβριο που έκανε πρεμιέρα στην Αθήνα το φιλμ του Ζαν-Πιερ Ζενέ.
Από την άλλη, «όλες ανεξαιρέτως οι επανεκδόσεις γίνονται sold out στο Σινέ Παρί», όπως λέει ο Χρήστος Μπεχτσής του Cinobo, που διαχειρίζεται τον ιστορικό κινηματογράφο της Πλάκας. Τα περισσότερα βράδια, αν περάσει κάποιος από τον πεζόδρομο της Κυδαθηναίων, θα δει μια μακριά ουρά από κόσμο που περιμένει υπομονετικά για να ανέβει στην ταράτσα με τη θέα στην Ακρόπολη.
Οικονομική επιλογή
Φυσικά, δεν κόβονται παντού εισιτήρια όπως εκεί. Είναι αλήθεια, όμως, ότι κάθε καλοκαίρι οι κινηματογραφικές αυλές της Αθήνας –και όχι μόνον– τιμούν τις ταινίες περασμένων δεκαετιών, μια συνήθεια που ξεκίνησε μάλλον ως ανάγκη, αλλά βρήκε το κοινό της και με τον καιρό στέριωσε στη συνείδηση των σινεφίλ. «Ιστορικά στα θερινά έπαιζαν παλιές ταινίες, επειδή ήταν πιο φθηνό να εξασφαλίσεις τις κόπιες από εκείνες των ταινιών πρώτης προβολής. Μέχρι και μία δεκαετία πριν ίσχυε αυτό· πλέον, στην εποχή της ψηφιακής κόπιας, τα πράγματα είναι πιο εύκολα, μπορείς να βρεις ό,τι θέλεις, ωστόσο η επανέκδοση της κλασικής ταινίας επιβιώνει γιατί έχει σταθερό κοινό», εξηγεί σχετικά ο κ. Μπεχτσής.
Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια και η τεχνολογία βοηθάει. Οσοι έχουν προσπαθήσει να δουν π.χ. την «Καζαμπλάνκα» σε θερινό από κόπια που ανάγεται περίπου στα χρόνια του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, προφανώς δεν είχαν την ίδια εμπειρία με εκείνους που απόλαυσαν το αριστούργημα του Μάικλ Κέρτιζ στην ψηφιακά αποκατεστημένη 4Κ μορφή του. Γενικότερα, οι αποκαταστάσεις και ειδικότερα εκείνες που γίνονται με δέουσα προσοχή και επαγγελματισμό, μας επιτρέπουν να έρθουμε σε επαφή με διαμάντια του παρελθόντος και να τα εκτιμήσουμε με καινούργια ματιά. Το ίδιο ισχύει και για ταινίες του ελληνικού σινεμά, με το έργο της αποκατάστασης και της διαφύλαξης της κινηματογραφικής κληρονομιάς να έχει περάσει τα τελευταία χρόνια (και) υπό τη σκέπη του ΕΚΚΟΜΕΔ.

Αυτές τις μέρες στα αθηναϊκά θερινά μπορεί κανείς να βρει κλασικά αριστουργήματα όπως «Η γκαρσονιέρα» του Μπίλι Γουάιλντερ, «Η ζούγκλα της ασφάλτου» του Τζον Χιούστον, το «Ψυχώ» του Αλφρεντ Χίτσκοκ, αλλά και η «Αμελί», που αναφέραμε παραπάνω, «Οι Αλλοι» του Αλεχάντρο Αμενάμπαρ, «Το μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς και «Οι ονειροπόλοι» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι – ταινίες δηλαδή που πρωτοκυκλοφόρησαν στην αυγή του 21ου αιώνα και πλέον συμπληρώνουν τα 20 ή 25 χρόνια τους.
Χωρίς ηλικία
«Το κλασικό δεν έχει ηλικία. Κλασικό είναι εκείνο που περνάει από τη μια γενιά στην άλλη. Αυτές οι ταινίες έχουν ένα κοινό που τις αγάπησε παλιότερα και θέλει να τις θυμηθεί και ένα άλλο που έχει ακούσει για αυτές και επιθυμεί να τις γνωρίσει. Κι εμένα, πάντως, μου κάνει εντύπωση πώς π.χ. η “Ερωτική επιθυμία” του Γουόνγκ Καρ Γουάι, ένα φιλμ που έκοψε ελάχιστα εισιτήρια όταν κυκλοφόρησε το 2000, γίνεται sold out όπου προβάλλεται τα τελευταία χρόνια», σημειώνει ο κ. Μπεχτσής. Το αμέσως επόμενο διάστημα το Σινέ Παρί θα κάνει αφιέρωμα στις «ωραιότερες ιστορίες αγάπης του 2000», με φιλμ όπως «Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού» του Μισέλ Γκοντρί, το «Moulin Rouge» του Μπαζ Λούρμαν και το «Χαμένοι στη μετάφραση» της Σοφία Κόπολα να έρχονται στην οθόνη.
Αντιστροφή
Και αν τα προηγούμενα χρόνια οι επανεκδόσεις αφορούσαν κατά κανόνα ένα μεγαλύτερο ηλικιακά κοινό, πλέον η κατάσταση μοιάζει να έχει αντιστραφεί ολοκληρωτικά, με την «εισβολή» της γενιάς Z στα θερινά. «Νομίζω ότι η γενιά μας πηγαίνει να δει αυτές τις ταινίες λόγω νοσταλγίας για κάτι που ουσιαστικά δεν έχουμε ζήσει. Προσπαθούμε με έναν τρόπο να επιστρέψουμε σε έναν αναλογικό τρόπο ζωής, εξιδανικεύοντας πιθανότατα ή έχοντας στο μυαλό σαν περισσότερο ρομαντικές κάποιες παλιότερες εποχές», μας λέει ο 24χρονος Νίκος Χρονόπουλος. Ο ίδιος είδε σε μικρή ηλικία το «Μανχάταν» του Γούντι Αλεν, ενθουσιάστηκε, και από τότε αποτελεί τακτικό θαμώνα των θερινών, κυρίως για να παρακολουθήσει επανεκδόσεις.
«Προσπαθούμε με έναν τρόπο να επιστρέψουμε σε έναν αναλογικό τρόπο ζωής, εξιδανικεύοντας πιθανότατα ή έχοντας στο μυαλό σαν περισσότερο ρομαντικές κάποιες παλιότερες εποχές», λέει ο 24χρονος Νίκος Χρονόπουλος.
Η γενιά Z μοιάζει πράγματι να έχει αξιοπρόσεκτο ενδιαφέρον για αυτού του είδους τις ταινίες και όχι μόνο στο πλαίσιο της vintage μόδας. «Είναι και θέμα αισθητικής. Μιλάμε για άλλες κάμερες, γύρισμα σε φιλμ, θρυλικούς αστέρες και, φυσικά, κάποιες γενιές φοβερών σκηνοθετών. Είναι αλήθεια ότι σε μερικές από αυτές τις ταινίες υπάρχουν στοιχεία (π.χ. στο σενάριο) που σήμερα φαντάζουν οριακά απλοϊκά, όμως τις βλέπεις για να ταξιδέψεις σε ένα πιο “σινεματικό” περιβάλλον», συμπληρώνει ο Ν. Χρονόπουλος.
Υπάρχουν πάντως και οι πιο… σκληροπυρηνικοί. Η 28χρονη Νεφέλη Τσιγγέλη αποφεύγει τα θερινά, τουλάχιστον τα πιο δημοφιλή, «γιατί είναι γεμάτα κόσμο που μασουλάει και μιλάει ακατάπαυστα», ωστόσο αγαπά πολύ το κλασικό σινεμά, περισσότερο μάλιστα σε σχέση με αυτό που παράγεται σήμερα. «Νιώθω σαν οι τωρινές ταινίες να προσπαθούν υπερβολικά, ώστε να είναι ρεαλιστικές, με αποτέλεσμα πολλές να μοιάζουν με βίντεο κλιπ ή να έχουν ελάχιστη πρωτοτυπία. Αντιθέτως, όταν δεις Χίτσκοκ, Κιούμπρικ, Φελίνι, Μπουνιουέλ κ.ο.κ., βλέπεις όντως τη μαγεία του κινηματογράφου», υπογραμμίζει η ίδια, αναφέροντας πως η ταινία που τη μύησε στο κλασικό σινεμά στην ηλικία των 11-12 ήταν «Η πισίνα» του 1969 με τον Αλέν Ντελόν και τη Ρόμι Σνάιντερ.
«Νιώθω σαν οι τωρινές ταινίες να προσπαθούν υπερβολικά, ώστε να είναι ρεαλιστικές, με αποτέλεσμα πολλές να μοιάζουν με βιντεοκλίπ ή να έχουν ελάχιστη πρωτοτυπία», αναφέρει η 28χρονη Νεφέλη Τσιγγέλη.
Αυτή την κινηματογραφική μαγεία μαζί με το ρομαντικό σλόγκαν «ακόμη κι αν οι ταινίες δεν αλλάζουν τον κόσμο, εμείς πιστεύουμε ότι μπορούν να το κάνουν», έχουν για προμετωπίδα τους οι υπεύθυνοι του Athenee, του θερινού σινεμά των Πατησίων, το οποίο έχει επαναλειτουργήσει, ριζικά ανακαινισμένο, εδώ και μερικά χρόνια. Το φετινό καλοκαιρινό πρόγραμμα περιλαμβάνει αρκετά και ενδιαφέροντα, από τον «Ταξιτζή» του Μάρτιν Σκορσέζε και το «Εξπρές του Μεσονυκτίου» του Αλαν Πάρκερ μέχρι τα πιο σπάνια «Ωραία μου κυρία» του Τζορτζ Κιούκορ και «Σταυροί στο μέτωπο» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.
Συζήτηση για τις ταινίες
«Εχουμε φτιάξει ένα πρόγραμμα κλασικού Χόλιγουντ, με ταινίες που κατά κανόνα έχουν να προβληθούν πολλά χρόνια στη μεγάλη οθόνη, όλες ψηφιακά αποκατεστημένες. Σίγουρα είναι θετικό που έρχεται πολύς νεαρός κόσμος 18-22 ετών, όμως ακόμη πιο θετικό είναι νεότεροι και μεγαλύτεροι να συζητούν μεταξύ τους για τις ταινίες. Βλέπεις δηλαδή ξανά αυτό που συνέβαινε στη δική μας γενιά, να κουβεντιάζει ο κόσμος μετά την προβολή, όμως δίχως τα διαγενεακά στεγανά που είχαμε εμείς», παρατηρεί ο Βελισσάριος Κοσσυβάκης, υπεύθυνος προγράμματος του Athenee. Ο ίδιος υποστηρίζει επίσης ότι «το κοινό έρχεται πλέον ενημερωμένο» και «κάθε τέτοια ταινία αποτελεί αφορμή για να ψάξει κάποιος περισσότερο και να έρθει στην επόμενη».

