Γνωρίζω τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και τον… παραδέχομαι για πολλά.
Πέρα από τα «μουσικά» του, με κεντρίζουν η κοφτερή σκέψη του, η καλλιέργειά του και η ευρύτητα των… γούστων του. Από το ποδόσφαιρο, του οποίου κατέχει την ιστορία και εξέλιξη, καθώς και τους μηχανισμούς και τα πρόσωπα που το χάραξαν, μέχρι τη μαγειρική, καθώς θα μπορούσε να είναι ένας πηγαίος σεφ.
Τη δεινότητά του, στην τελευταία «ιδιότητα», τη διαπίστωσα όταν μου παραχώρησε συνέντευξη, μαγειρεύοντάς μου ταυτόχρονα στο σπίτι του, για το περιοδικό «Γαστρονόμος» (Τεύχος 209, Αύγουστος 2023).
Βέβαια και νωρίτερα στις συναντήσεις μας, και το «τόπι» αλλά και το «φαγητό» είχαν γερό μερτικό. Θυμάμαι να μιλάμε αρκετά και για τον… μαέστρο Δεληκάρη αλλά και για τις πρώτες ύλες που, αν χρησιμοποιηθούν σωστά, κάνουν και τη διαφορά σε ένα πιάτο.
Στη επίσημη συνομιλία μας μαζί μας ήταν ο βραβευμένος φωτογράφος Δημήτρης Βλάικος και ο συνεργάτης του και ποιητής Αντώνης Καβούρης.
Ο Παπαδημητρίου μάς μαγείρεψε γεμιστά, σούπα αστακοκαραβίδας και αχινομακαρονάδα. Ευρηματικός και μερακλής μάστορας, γνώστης των τεχνικών του, ενίοτε τολμηρός και ανατρεπτικός. Οπως ακριβώς και στη μουσική του.
Κατά τη διάρκεια του απολαυστικού γεύματος, μας διηγήθηκε και δύο ιδιαίτερες στιγμές, με πρωταγωνιστές τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη, τους οποίους ο Παπαδημητρίου κόντεψε να… δολοφονήσει.
Το πώς θα συνέβαινε αυτό μπορείτε να το διαπιστώσετε μέσα από το απόσπασμα που ακολουθεί:
«Ο Χατζιδάκις έτρωγε… Ημουν 19 με 20 ετών. Μιλάμε πλέον στον ενικό κατόπιν επιμονής του. Κάποιες φορές με καλούσε στο τηλέφωνο…
– Τι κάνεις;
– Καλά.
– Πού είσαι;
– Στο δωμάτιό μου.
– Ποιος άλλος είναι μαζί σου στο σπίτι;
– Η μητέρα μου.
– Α… Τι κάνει εκείνη;
– Μαγειρεύει.
– Είναι καλή μαγείρισσα;
– Πολύ καλή.
– Τι ξέρει να κάνει καλά;
– Τα πάντα.
– Και γλυκά;
– Βέβαια.
– Οπως;
Φωνάζω τη μητέρα μου:
– Μαμά, τι μαγειρεύεις τώρα;
– Μπαμπά, μου απαντά εκείνη.
Το λέω στον Χατζιδάκι. Τρελαίνεται! Αύριο στις 5.10 να μου το φέρεις σπίτι… μου απαντά.
Μέναμε στο Φάληρο… Ως Πειραιώτη για μένα ή Αθήνα ήταν τότε άλλο κράτος. Πήρα ταξί. Το γλυκό ήταν μέσα σε ένα ειδικό ψηλό τάπερ. Είμαι ακριβής και αγχωμένος. Χτυπάω το κουδούνι. Μου ανοίγει χωρίς να ρωτήσει ποιος είμαι. Ανεβαίνω τα σκαλιά. Ανοίγει την πόρτα, είναι με τη ρόμπα του, παίρνει το… δώρο του, με ευχαριστεί και μου την κλείνει. Απόρησα. Υπό λογικές συνθήκες θα καθόμουνα κοντά του μέχρι τις τρεις το πρωί… Θα παίζαμε τάβλι, θα μιλούσαμε… Κατοικοέδρευα εκεί. Εμεινα αποσβολωμένος. Είχα διώξει και τον ταξιτζή… Το βράδυ, ώρα φαγητού, πήγα στον “Κισσό” κοντά σχετικά στον “Μαγεμένο Αυλό”. Πάντα καθόμουν δίπλα του. Οταν φύγαν οι περισσότεροι, γυρίζει και μου λέει: Εξοχο γλυκό, πες στη μητέρα σου την ευχαριστώ πάρα πολύ.
Την επόμενη μέρα χτυπάει ξανά το τηλέφωνο. Υπόψιν, σπίτι μας η τούρτα σοκολατίνα ήταν… κάτι δεδομένο. Υπήρχε σε καθημερινή σχεδόν βάση.
– Μετέφερες τις ευχαριστίες στη μητέρα σου;
– Βέβαια
– Τι ετοιμάζει;
– Νουγκατίνα.
Ο Μάνος βρίσκεται σε ντελίριο ενθουσιασμού: “Να μου φέρεις…”. Και του πήγα και του ξαναπήγα…
Αργότερα, συζητώντας στη “χατζιδακική” παρέα, μιλώντας για τα προσωπικά μας ο Γιώργος Θεοφανόπουλος-Χατζιδάκις μου τονίζει πόσο τυχερός είμαι που η μητέρα μου είναι καλή μαγείρισσα. Αυτό προέκυψε μέσα από δική μου παραδοχή στο πλαίσιο της κουβέντας. Θεωρώ όμως πως, αφού ζουν στο ίδιο σπίτι, γνωρίζει τα τραταρίσματά μας στον Μάνο. Μάλιστα του λέω: Καλά με δουλεύεις, δυο βδομάδες γλυκά από τη μάνα μου τρώτε!
Ταραγμένος μου απαντά: “Δεν ξέρεις πως ο Μάνος έχει σάκχαρο;”.
Κι έτσι κόπηκαν τα γλυκά και σώθηκε ο Χατζιδάκις απ’ την ακούσια δολοφονία μου. Φρόντιζε με ένα σωρό προφάσεις να διώχνει όποιον άλλο ήταν κοντά του, να παραλαμβάνει τα γλυκά και να τα καταβροχθίζει…
Μερικά χρόνια αργότερα… παραλίγο να σκότωνα και τον άλλον μεγάλο μας, τον Μίκη. Γνωριζόμασταν, έχει αναφερθεί κολακευτικά για μένα. Είναι να μου απονείμουν το βραβείο του περιοδικού Status… διά χειρός του. Μεγάλη τελετή, του έχουμε δικό του καμαρίνι. Από ευγένεια αλλά και ενδιαφέρον τον ρωτώ αν θέλει κάτι. Και τι μου λέει συνωμοτικά μόλις μείναμε μόνοι: “Μία Lacta!”. Καλώ τον διευθυντή παραγωγής και του παραγγέλνω δύο σοκολάτες μικρές, του το τονίζω, μικρές. Ενημερώνω τον φύλακα άγγελο του Θεοδωράκη, την κυρία Παρμενίδου. Της εξηγώ ότι είμαι σε δύσκολη θέση και δεν μπορώ να αρνηθώ. Μου επισημαίνει να δώσω τη μία, ώστε να ρυθμίσει εκείνη αργότερα το φαγητό του. Την πασάρω διακριτικά στον Μίκη, παρότι πλέον το ξέρουν όλοι, κι εκείνος την αποκρύπτει δεξιοτεχνικά…».

