Πριν από αρκετό καιρό, ο κύριος Γκρι ανακάλυψε στο Shakespeare & Co. της Βιέννης ένα βιβλίο του Ελίας Κανέτι (1905-1994) το οποίο δεν γνώριζε καν ότι υπήρχε. Τίτλος της αγγλικής έκδοσης: «The Book Against Death» – Το Βιβλίο εναντίον του Θανάτου.
Το 1937, λοιπόν, ο Κανέτι άρχισε να κρατάει σημειώσεις πάνω σε ένα συγγραφικό έργο μακράς πνοής το οποίο, «εξ ορισμού, δεν θα μπορούσε ποτέ να ολοκληρώσει», γράφει ο Πίτερ Φίλκινς, μεταφραστής του βιβλίου στα αγγλικά στο επίμετρο της αγγλικής έκδοσης (Fitzcaraldo Editions).
Τι έκανε εδώ ο Κανέτι (ο οποίος πήρε το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1981); Συγκέντρωνε σκέψεις, στοχασμούς, αφορισμούς, μαρτυρίες, μνήμες, μικρά ή μεγάλα πεζά, αντιγραφές από μεγάλους του παρελθόντος αλλά και της εποχής του (από τον Γκαίτε έως τον Βάλτερ Μπένγιαμιν), με πυρηνικό θέμα τον θάνατο. Τον θάνατο τον δικό μας και τον θάνατο των αγαπημένων μας. Τον θάνατο μιας εποχής, μιας ηλικίας και μιας ανάμνησης, αλλά και τους μαζικούς θανάτους των χιλιάδων και των εκατομμυρίων που πιάνονται στον τροχό της Ιστορίας.
Ο κύριος Γκρι μου υπενθυμίζει την εβραϊκή καταγωγή του συγγραφέα και το γεγονός ότι έζησε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόλαβε το 1938, με το Ανσλους της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία, να διαφύγει στο Λονδίνο και να γλιτώσει.
«Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας», λέει ο κύριος Γκρι, «πως, όπως όλα τα σημαντικά και μεγάλα βιβλία, που εκκινούν από κάτι βαθιά προσωπικό για να εξακτινωθούν στο συλλογικό, και όχι από αφηρημένες ιδεολογικές θεωρητικολογίες και πολεμικές, έτσι και αυτό το βιβλίο εκκινεί από τον θάνατο της μητέρας του Κανέτι».
Η μητέρα του πεθαίνει το 1937, χρονιά που συλλαμβάνει την ιδέα για το «Βιβλίο εναντίον του Θανάτου». Στέκεται στο γεγονός, στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης, ο συγγραφέας Τζόσουα Κόεν.
Πέντε χρόνια μετά, το 1942, ο Κανέτι ξεκινά επί της ουσίας το βιβλίο, γράφοντας ότι την ημέρα του θανάτου της μητέρας του ο κόσμος του αναποδογύρισε.
«Θέλω να την επαναφέρω στη ζωή», γράφει. «Πού μπορώ να βρω κομμάτια της; Κυρίως στα αδέλφια μου και πάνω μου. Αλλά αυτό δεν μου φτάνει. Θέλω να βρω κάθε πρόσωπο που τη γνώρισε. Θέλω να επαναφέρω κάθε λέξη που εκστόμισε η ίδια. Θέλω να βαδίσω στα ίχνη της και να μυρίσω τα λουλούδια που μύρισε, το δισέγγονο κάθε άνθους που κράτησε κοντά στα παντοδύναμα ρουθούνια της. Θέλω να ενώσω ξανά τους θρυμματισμένους καθρέφτες πάνω στους οποίους έπεσε η αντανάκλασή της. Θέλω να ξέρω κάθε συλλαβή την οποία θα μπορούσε να έχει προφέρει σε οποιαδήποτε λέξη. Πού βρίσκεται η σκιά της; Πού είναι η αντάρα της; Θα της δανείσω την πνοή μου».
Το βιβλίο θα πρωτοκυκλοφορήσει στα αγγλικά το 1994, χρονιά του θανάτου του Κανέτι. Το ότι έμεινε ανολοκλήρωτο, ημιτελές, δεν σημαίνει τίποτα.
«Οχι», σημειώνει ο κύριος Γκρι. «Σημαίνει τα πάντα: το βιβλίο αυτό δεν πέθανε ποτέ διότι δεν τελείωσε ποτέ. Δεν έκλεισε ποτέ ο τίτλος του. Είναι ένας θρίαμβος της ζωής, η ατελής μορφή του. Της άναρχης, απίθανης ζωής. Ετσι πάει: ένα βιβλίο με θέμα τον θάνατο δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένας διθύραμβος στη ζωή».

