Σε ένα μπαλκόνι της οδού Αδριανού, βραδάκι μηνός Ιουνίου, η θέα προκαλεί σχόλια και συζήτηση. Είναι ένα κάδρο που αγκαλιάζει την ανατολική πλευρά της Ακρόπολης και τις στέγες της Πλάκας. Δύσκολα τραβάς το βλέμμα μακριά από τη θέα αυτή, καθώς στην Αθήνα, και παρά το γλυπτικό ανάγλυφο των λόφων, σπάνια έχουμε τη δυνατότητα να χαθούμε μαγεμένοι στη θέα της κορυφογραμμής της πόλης. Από άλλα μπαλκόνια και άλλες ταράτσες απλώνεται συχνά η εικόνα του αχανούς άστεως. Και είναι εικόνα που προκαλεί δέος. Αλλά συγκίνηση ίσως όχι…
Στην Πλάκα, όμως, από αυτό το προνομιούχο μπαλκόνι που κοιτάει την κεραμιδένια στέγη του ιστορικού 74ου Δημοτικού Σχολείου (γνωστό με το όνομα του Βασιλείου Καμπάνη, του θρυλικού δασκάλου), απλώνονται οι σκεπές της Αθήνας. Σκαρφαλώνουν, συνωστίζονται, σχηματίζουν γεωμετρικές συστοιχίες, στοιβάζονται και απλώνονται σε επίπεδα σαν αστικές πεζούλες, αφήνουν ανάσες για να προβάλουν οξύκορφα κυπαρίσσια και φουντωτές μπουκαμβίλιες. Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, η ομήγυρις απολάμβανε σχεδόν βουβή το σβήσιμο της μέρας που έπεφτε απαλά και έριχνε θερμό το τελευταίο φως στις κεραμιδένιες σκεπές της Πλάκας.
Σκέφτηκα κάποιες άλλες, εντελώς διαφορετικές οπτικές αναγνώσεις της πόλης, από ρετιρέ του πέμπτου ορόφου σε παλαιωμένες πολυκατοικίες του 1960 γύρω από την πλατεία Βικτωρίας. Σε μεγάλες βεράντες εκεί όπου άνοιγαν οι μπαλκονόπορτες του άλλοτε, αρχοντικού, διαμερίσματος της οδού Αριστοτέλους, το βλέμμα αγκάλιαζε το οπτικό χάος και προσπαθούσε να συμφιλιωθεί.
Φαντάζεται κανείς τη μεταμόρφωση της πόλης, την αναβάθμιση χιλιάδων κτιρίων, τη βελτίωση του κλίματος, το άνοιγμα επαγγελματικής δραστηριότητας για αρχιτέκτονες και γεωπόνους.
Σε άλλα αστικά υψώματα, οι παλιοί καπνοσυλλέκτες της δεκαετίας του ’60 έμοιαζαν με γιγαντόμορφα έντομα μιας εικαστικής εγκατάστασης, οι αντένες της τηλεόρασης έμοιαζαν με ανεστραμμένες τσουγκράνες, τα δώματα και τα πλυσταριά ήταν λεροί κύβοι σαν στέψη σε μια σκουριασμένη λαμαρίνα. Οι ίδιες οι πολυκατοικίες της Αθήνας, ιδίως αυτές που χτίστηκαν από το 1930 ώς το 1980, περιζήτητες κάποτε, πολυτελείς κάποιες από αυτές στις αστικές συνοικίες, αποκάλυπταν την αδυναμία της πόλης αυτής να ξετυλίξει έναν μύθο γύρω από την κορυφογραμμή της. Η εξαίρεση κάποιων οπτικών αξόνων, όπως αυτή της Πλάκας, έδειχνε με ένταση ένα τεράστιο πρόβλημα της Αθήνας, που δεν είναι μόνο αισθητικό. Είναι περιβαλλοντικό και εξόχως οικονομικό. Είναι κοινωνικό και πολιτικό.
Με τη δυνατότητα της τεχνητής νοημοσύνης ολοένα και πιο πολλοί ζητούν να δουν πώς θα ήταν η θέα της Αθήνας «εάν»… Εμφανίζονται και διαχέονται εικόνες μιας Αθήνας με ταράτσες φυτεμένες, με σκεπές που θυμίζουν μητρόπολη της Μεσογείου, με εκείνη την ευεργετική συνύπαρξη του πράσινου με την τερακότα, των κρεμαστών κήπων και των κεραμιδιών στο θερμό χρώμα του ψημένου πηλού.
Η δυνατότητα είναι ρεαλιστική. Και φαντάζεται κανείς τη μεταμόρφωση της πόλης, την αναβάθμιση χιλιάδων κτιρίων, τη βελτίωση του κλίματος, την ενίσχυση της περηφάνιας για την Αθήνα, το άνοιγμα επαγγελματικής δραστηριότητας για αρχιτέκτονες, γεωπόνους, μαστόρους, τεχνίτες…
Η θέα από εκείνο το μπαλκόνι της οδού Αδριανού δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας. Υπάρχει όπως υπάρχει και η θέα προς τις γερασμένες ταράτσες του 1960. Οταν συνδυαστούν η ποίηση με τον ρεαλισμό, η πίστη και ο σκοπός, η επιστήμη με τη θεωρία, η διεθνής εμπειρία με την αγάπη για τον τόπο, τότε, μπορεί η πόλη από ψηλά να γεννά ακόμη και συγκίνηση.

