Η διατύπωση του τίτλου είναι του Γιώργου Νταλάρα.
Εχω ακούσει τον Μανώλη Πάππο σε αφιερώματα όπου συνοδεύει συνθέτες και ερμηνευτές, σε προσωπικές παραστάσεις του αλλά και σε φιλικές συντροφιές.
Ουσιαστικός παίκτης, με υψηλή αισθητική και προσωπικό χρώμα.
Οπως εύστοχα αναφέρει ο πολύτιμος ερευνητής Βαγγέλης Αρναουτάκης:
«Πιστεύω πως ο Μανώλης Πάππος –συνολικά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν από την εν γένει φυσιογνωμία έως την εκφραστικότητα και την τεχνική– είναι από τους πιο κοντινούς στο πνεύμα των δεξιοτεχνών της δεκαετίας του ’50 (Μπέμπης, Τατασόπουλος, Σπόρος, Αγγέλου, Μακρυδάκης, Τσιμπίδης κ.ά.) μπουζουξήδες της νεότερης εποχής. Εκείνο, ακόμη, που τον κάνει να ξεχωρίζει είναι ότι υπήρξε συνοδοιπόρος με μια γενιά συνθετών και τραγουδοποιών που εξέφρασε την εποχή της άμεσα και δημιουργικά, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και κυρίως τη δεκαετία του ’90».1
Η αλήθεια είναι ότι από τον Πάππο δεν λείπει αλλά ούτε και περισσεύει τίποτα. Ολα είναι απολύτως κεντραρισμένα, αναγκαία και περιεκτικά, δίχως να υπολείπεται η δεξιοτεχνία που η υπερβολή της αδικεί την ουσία.
Ο Πάππος απ’ τα μισά της δεκαετίας του ’80 που ξεπρόβαλε χάραξε το κατοπινό ελληνικό τραγούδι, φτάνοντας μέχρι και τις μέρες μας. Από τα πιο ταπεινά έως τα πιο τρανά, τα πιο ψαγμένα έως και τα πιο φιρμάτα. Μέχρι και την πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας, θαρρείς και παίζει παντού. Αντιγράφω στιγμές από ένα σύντομο βιογραφικό του:
«Είναι γνωστός για τις συνεργασίες του με Ελληνες και διεθνείς καλλιτέχνες όπως οι Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Αρβανιτάκη, Γαλάνη, Νταλάρας, Παπάζογλου, καθώς και οι Loreena McKennitt, Vinicio Capossela, Ross Daly, Nasheer Shama, Michel Hatzigeorgiou και πολλοί άλλοι. Δύο από τις συνθέσεις του χρησιμοποιήθηκαν από τον John Williams στο soundtrack της ταινίας του Steven Spielberg «Munich» (2005). Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα Ελληνα δεξιοτέχνη: πειραματίζεται με έναν μεγάλο αριθμό εγχόρδων, όπως το μπουζούκι, το ούτι, το μαντολίνο, ο τζουράς, ο μπαγλαμάς, καθώς και πολλά ακόμη όργανα από τη Μεσόγειο, την Αφρική και την Ασία».2
Η γκάμα του κινείται από Μουφλουζέλη, Μαριώ, Ζήκα, Κορακάκη και Στέλιο Βαμβακάρη και φτάνει σε Μητσιά, Δουρδουμπάκη, Αλκίνοο Ιωαννίδη, Μάλαμα, Χαρούλη. Αλλωστε, τα τραγούδια που υπογράφει σαν δημιουργός δεν είναι απαραιτήτως λαϊκά, κάθε άλλο.
Ενδεικτικά, ακούστε το «Σαν αεράκι», που μελοποιεί Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Προέρχεται από το άλμπουμ «Αιγαίο» το οποίο κυκλοφόρησε το 2003 με τη μουσική και τα τραγούδια του Πάππου και του Βασίλη Δρογκάρη για τη σειρά ντοκιμαντέρ της ΝΕΤ «Αιγαίο Νυν και Αεί», σε σκηνοθεσία Γιώργου Κολόζη.
Την ίδια χρονιά εκδόθηκε και ο δίσκος της Σοφίας Παπάζογλου με τίτλο «Ολα σου μοιάζουν», πάντα σε μουσική του Πάππου. Καλοσμιλεμένη εργασία, που δεν βρήκε την ανταπόκριση που δικαιούνταν στην εποχή της. Αρκετά όμως τραγούδια αγαπήθηκαν σιγά σιγά από τον κόσμο, πέρασαν και στέριωσαν, όπως o «Ποταμός» σε στίχους του Θανάση Παπακωνσταντίνου.
Κι ένα ακόμη κέρασμα… από την ίδια δημιουργική ομάδα.
Ομως, o Πάππος εκτός από μοναδικός παίκτης και δημιουργός με ανάλογο χαρακτήρα είναι και μάστορας τραγουδιστής.
Ο λόγος στον Γιώργο Νταλάρα μέσα από συνομιλία του με τον μελετητή Θανάση Γιώγλου:
«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου τραγουδιστή με την τρέχουσα έννοια. Δεν με αφορά! Εγώ αισθάνομαι μουσικός! Να σου πω και κάτι που θα ακουστεί εγωιστικό; Οταν κι εσύ -όχι ο Θανάσης αλλά ο όποιος συνομιλητής μου- ο δημοσιογράφος, ο κριτικός, ακόμα και το κοινό αποδίδετε και χαρίζετε τον τίτλο και την έννοια του τραγουδιστή σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με τη μουσική και είναι πολλές φορές αποτρόπαιοι, όταν τραγουδάνε, τότε δεν θέλω να με λένε τραγουδιστή. Εγώ θέλω να είμαι ένας εργάτης της μουσικής, ένας ακόμα κρίκος που κρατάει την αλυσίδα που μας δένει με το ωραίο παρελθόν και που ζει και δουλεύει μ’ αυτό… Να σου πω γιατί, για να το καταλάβεις μία και καλή! Υπάρχουνε δύο φωνές που τις ξέρεις πολύ καλά και που τραγουδάνε τα λαϊκά τραγούδια καλύτερα από όλους μας! Ο ένας είναι ο Μανώλης ο Πάππος κι ο άλλος είναι ο Θωμάς Κωνσταντίνου που παίζει μπουζούκι, ούτι κ.λπ. Το όνειρό μου είναι να τους κάνω ένα δίσκο».3
Πολλοί, ακόμη, καλλιτέχνες αλλά και γνώστες του μουσικού χώρου αρέσκονται στον τρόπο και στο ύφος που τραγουδά. Θαυμάζουν τις μεστές και αληθινές ερμηνείες του αλλά και τις συνθέσεις του.
Τώρα, για τα παιξίματά του, τι να πει κανείς. «Κεντάνε» κυριολεκτικά και ομορφαίνουν την ελληνική δισκογραφία.
Ο Μανώλης Πάππος παίζοντας περίτεχνα, καθάρια και ορθόδοξα, κατάφερε με την προσωπικότητα και την τέχνη του να κρατήσει ψηλά τη σημαία του μπουζουκιού και να εμπλουτίσει ταυτόχρονα τα χρώματα και το κυμάτισμά της. Κι όλα αυτά δίχως να επιδιώκει ούτε στιγμή την προβολή του. Πάντα μιλούσε με τις πενιές και τα έργα της ψυχής του.
Μακάρι να βρίσκει πάντα τη δύναμη να ξεπερνά ακόμη και τα πιο βαριά χτυπήματα και να μας χαρίζει τα δώρα του.
Πηγές:
1.Περιοδικό Οασις
2. artexplora.org
3.ogdoo.gr (4 Απριλίου 2013)

