Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται. Η Λίνα Νικολακοπούλου έκανε το ντεμπούτο της στη δισκογραφία το 1981. Τον Νοέμβριο της χρονιάς, στον προσωπικό δίσκο της Δήμητρας Γαλάνη «Καλά είναι κι έτσι» υπέγραφε τα «Δεν είναι η αγάπη ζωγραφιά», «Τι μπορούσα να σου πω», «Δύσκολοι καιροί» σε μουσική του Γιάννη Σπανού και το «Στα κίτρινα φώτα» πάνω στη μελωδία του «Famous blue raincoat» του Leonard Cohen.
Εναν μήνα αργότερα κυκλοφορούσαν τα «Σκουριασμένα χείλια» του Σταμάτη Κραουνάκη με τη Βίκυ Μοσχολιού. Ο Κώστας Τριπολίτης ήταν το κεντρικό σημείο του λόγου, αλλά ο δίσκος έκλεινε με το «Να σου λερώνω το φιλί» σε στίχους της Νικολακοπούλου. Ενα τραγούδι που στην ουσία βάπτισε την έκδοση.
Εσύ με βρώμικο μαντήλι να καθαρίζεις το γυαλί/ κι εγώ με σκουριασμένα χείλη να σου λερώνω το φιλί…
Ακολούθησαν πολύς Κραουνάκης (Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ, Μαμά γερνάω, Δεν έχω ιδέα, Ανθρώπων έργα κ.ά.), Χατζηνάσιος (Παιχνίδι για δύο), Μικρούτσικος (Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια), Μπρέγκοβιτς (Παραδέχτηκα), Αντύπας (Δι’ ευχών, Σαν ηφαίστειο που ξυπνά), Παπαδημητρίου (Μη φοβάσαι τη φωτιά, Αναστασία), Ara Dinkjian (Τα κορμιά και τα μαχαίρια), Γαλάνη (Ανάσα η τέχνη της καρδιάς), Τρίφωνο, και όχι μόνο.
Αυτοί είναι ορισμένοι ενδεικτικοί τίτλοι ολοκληρωμένων έργων της Νικολακοποπούλου που αποτέλεσαν τη «λεωφόρο» της στο ελληνικό τραγούδι. Αν βάλουμε και τις σκόρπιες συνεργασίες η διαδρομή της, που συνεχίζεται αδιάκοπα μέχρι και τις ημέρες μας, έχει ατέλειωτα «φανάρια». Ενα ηχηρό παράδειγμα «Της καληνύχτας τα φιλιά» με τον Νικολόπουλο. Αντε κι ένα ακόμη, «Προσωπικά» με τον Σπανό. Αλλά πώς να αφήσεις απ’ έξω το «Δυνατά, δυνατά» με τον Dinkjian. Και σταματώ εδώ, γιατί δεν θα τελέψουμε ποτέ.
Η Νικολακοπούλου δημιούργησε τομή και σχολή στον στίχο. Ο λόγος της έχει προσωπική ταυτότητα και χαρακτήρα. Οι λέξεις σαλεύουν, οι εικόνες τρέχουν, αισθήματα και συναισθήματα πηγαινοέρχονται και μαζί αλήθειες ζωής. Μνήμη, παρόν και μέλλον άλλοτε συμπλέουν αρμονικά, άλλοτε κονταροχτυπιούνται, αλλά ποτέ δεν «σπάνε».
Πολλές φορές με μπερδεύει η Νικολακοπούλου. Σε ένα τραγούδι της μπορεί και να περιλαμβάνει πολλά και διαφορετικά θέματα. Κι είναι κι αυτές οι αλλοπρόσαλλες λέξεις και ρίμες της.
Δεν έχει την αμεσότητα της Ευτυχίας, αλλά έχει τη φαντασία της, δεν διαθέτει την απλότητα του Τσάντα, αλλά κουβαλάει τον ρεαλισμό του, δεν ταιριάζει με τη στέρεη ματιά του Βίρβου, εμπεριέχει όμως την κοινωνική σκοπιά του. Απ’ τον Πυθαγόρα κρατάει τη μαστοριά του, απ’ τον Λευτέρη Παπαδόπουλο τη μελαγχολία και την ξαστεριά του, απ’ τον Ακη Πάνου την ανατρεπτικότητά του, απ’ τον Ρασούλη την «τρέλα» του.
Μπολιάζεται από τη μαγεία και την αλληγορία του Γκάτσου, από το παράπονο του Χριστοδούλου, από τη λόγια λαϊκότητα του Λειβαδίτη, από το εκρηκτικό σεργιάνισμα και ονειροπόλημα του Ρίτσου, του Ελύτη.
Είναι δικιά της κατηγορία η Νικολακοπούλου. Με τον λόγο της και με τις δημιουργικές «παρέες» που λειτούργησε άλλαξε τα δεδομένα στο τραγούδι μας. Και συνεχίζει να το πράττει μέχρι τις ημέρες μας, τόσο δισκογραφικά όσο και με τη γενικότερη συνεπή «στάση» και «παρεμβατικότητά» της στα μουσικοκοινωνικά δρώμενα.
Χαίρομαι πραγματικά που έχω μοιραστεί στιγμές μαζί της.

