Πρακτικά, ο Tim και ο Jeff Buckley σμίξανε ελάχιστα. Το χάρισμα όμως που διέθετε ο πατέρας πέρασε ενισχυμένο και γαλβανισμένο στον γιο.
Ετσι παρά τον σύντομο βίο τους, οι δύο προικισμένοι μουσικοί, ερμηνευτές και τραγουδοποιοί διαθέτουν μια βαθιά επιδραστικότητα που παραμένει άσβεστη στο διάβα των καιρών.
Τα αμανάτια τους είναι παντοτινά και ο μύθος τους αναζωογονείται καθημερινά.
Ο Τιμ Μπάκλεϊ γεννήθηκε στην Ουάσιγκτον στις 14 Φεβρουαρίου 1947. Μετακόμιση στην Καλιφόρνια, λατρεία για την κιθάρα και το τραγούδι, ποικίλες μουσικές επιρροές και συναπάντημα με τον δημοσιογράφο και κιθαρίστα Lee Underwood και τον επίσης μουσικό, κριτικό λογοτεχνίας και στιχουργό Larry Beckett.
Αυτός θα είναι ο κορμός της ευφάνταστης φολκ ροκ τραγουδοποιίας του. Παρότι οι δίσκοι του Tim Buckley δεν ξεπουλούσαν, απ’ το ξεκίνημά του, θεωρούνταν ξεχωριστός.
Ο πρώτος μεγάλος δίσκος του με το όνομά του κυκλοφόρησε το 1966. Ευαίσθητος και μπροστάρης τραγουδοποιός, με ταυτότητα δική του σε όλα του. Στη μελωδική γραφή, στο παίξιμο της κιθάρας, στην ερμηνεία, ακόμη και στον στίχο.
Σκαμμένη και ταξιδιάρα ψυχή που δεν μπορούσε να χωρέσει σε στεγανά, βίος άστατος, κι ένα, θαρρείς, προβλεπόμενο φινάλε στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια από υπερβολική χρήση ναρκωτικών.
Την προηγούμενη μέρα είχε δώσει την τελευταία παράσταση της περιοδείας του στο Ντάλας, με επιτυχία.
Τα πολύτιμά του απλώνονται σε εννέα άλμπουμ που οι ακροατές, σύγχρονοί του και κατοπινοί αγκάλιασαν και δικαίωσαν και που η επιρροή τους δεν σβήνει.
Ομοίως και ενδεχομένως πολύ περισσότερο, κινήθηκε ο γιος του Jeff Buckley, με ένα μόλις ολοκληρωμένο έργο.
Εκείνος πνίγηκε στα 30 του (29 Μαΐου 1997) αλλά η «Χάρη» (Grace) του εξακολουθεί να λειτουργεί σαν φάρος.
Ο επίλογος δικός του:
«Εφυγε από τη μητέρα μου όταν ήμουν έξι μηνών… Ετσι δεν τον γνώρισα ποτέ πραγματικά. Γεννηθήκαμε με τους ίδιους ρόλους, αλλά όταν τραγουδάω είμαι εγώ. Αυτός είναι ο δικός μου χρόνος, και αν οι άνθρωποι περιμένουν να κάνω τα ίδια πράγματα για αυτούς όπως εκείνος, θα απογοητευτούν».

