Η Αγγελική Γιαννέλου γεννήθηκε το 1957 στα Πουγκάκια Φθιώτιδας και σπούδασε Ελληνική και Αγγλική Φιλολογία, καθώς και Νεοελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. Από το 1997 έως σήμερα έχει εκδώσει εννέα ποιητικά έργα. Η πρώτη της ποιητική συλλογή, «Σκεύη κεραμέως» (1997), τιμήθηκε με το Βραβείο «Γεωργίου Αθάνα» της Ακαδημίας Αθηνών το 1998, ενώ έργα της έχουν αποσπάσει και άλλες πανελλήνιες διακρίσεις. Το πρόσφατο παραμύθι σε χαϊκού «Ο βιολιστής των αστεριών» κυκλοφορεί από τις ΑΩ Εκδόσεις.
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Πλάι στο κρεββάτι μου, όχι, αλλά σε συχνή αναφορά το Ευαγγέλιο, το Ψαλτήρι και τις Επιστολές. Μνημειώδες για μένα, πραγματική αποκάλυψη, είναι το βιβλίο του Βλαντίμιρ Λόσκι: «Η Μυστική Θεολογία τής Ανατολικής Εκκλησίας».
Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
Αλήθειες, που στην αρχή μπορούν να φανούν πικρές, αν βρούμε το θάρρος να τις εκφράσουμε, στο τέλος βελτιώνουν το Αύριό μας, το δικό μας και των γύρω μας, εφ’ όσον είμαστε ανοιχτοί στον διάλογο. Από το φιλοσοφικό βιβλίο: «The courage to be disliked», των Ιτσίρο Κισίμι και Φουμιτάκε Κόγκα, Ιαπώνων Καθηγητών.
Βρήκατε ποτέ τον μπελά σας επειδή διαβάσατε ένα βιβλίο;
Μεταφορικά, ναι. Με το «Ο Λούσιας» τού Νίκου Χουλιαρά, και το «Εγώ και το Αυτό», της Μαρί Καρντινάλ.
Περιγράψτε την ιδανική αναγνωστική συνθήκη.
Βροχή, αναμμένο τζάκι – αν είμαι σπίτι -, ζεστός καφές, μια συνωμοτική ησυχία των μελλόντων έρχεσθαι και δίσκος στο πικάπ με το μοναδικό «String Sextet» του Μπραμς, σε Σι ύφεση μείζονα. Αν ταξιδεύω με τρένο, να μη διαβάζω(!!!) το ανοιχτό βιβλίο, αλλά στα περιθώριά του να γράφω στίχους.
Υπάρχουν κάποια είδη λογοτεχνίας που προτιμάτε και άλλα που αποφεύγετε;
Αγαπώ πρωτίστως την ποίηση και την φιλοσοφία.
Τι είναι αυτό που σας συγκινεί περισσότερο σε ένα βιβλίο;
Επειδή όλα έχουν ειπωθεί, θα σταθώ στην πρωτοτυπία ανάπτυξης του θέματος, στην συγκίνηση που προκαλεί, καθώς και στην ανατροπή του τέλους.
Υπάρχει κάποιο αγαπημένο βιβλίο που θα θέλατε να γίνει ταινία;
Το «Σταύρωση χωρίς Ανάσταση», του Νίκου Αθανασιάδη.
Ο τίτλος «Ο βιολιστής των αστεριών» συνδυάζει τη μουσική με κάτι σχεδόν ονειρικό και ουράνιο. Πώς γεννήθηκε αυτή η εικόνα και τι συμβολίζει για εσάς ο βιολιστής μέσα στην ιστορία;
Ο μακαριστός μου πατέρας υπήρξε αυτοδίδακτος στο βιολί, λαϊκός οργανοπαίχτης, που κατασκεύαζε μόνος του τα δικά του βιολιά. Εζησα ονειρικά πανηγύρια στα Πουγκάκια ημέρες, αλλά και βράδυα τον Δεκαπενταύγουστο, όπου τα μαγαζιά στο χοροστάσι, με λάμπες LUX – δεν είχαμε ηλεκτρικό – είχε το καθένα την δικιά του «ζυγιά» με οργανοπαίχτες, με μπριγιαντίνη στα μαλλιά και χρυσά δόντια, που άντεχαν εκστασιασμένοι, μέχρι το ξημέρωμα.
Ο Αυγουστιάτικος ουρανός κατάφορτος αστέρια, μια μαγεία. Πολλά αυτομολούσαν, να μάς κάμουν συντροφιά. Ρίξανε από τότε, φαίνεται, στην καρδιά μου, την σπορά τού βιολιστή, μέσα σ’ αυτόν τον πραγματικό, τον βιωμένο «Μαγικό Ρεαλισμό», στον οποίο κινείται και το παραμύθι.
Ο βιολιστής για μένα είναι αυτός που, όπως ποιεί θεσπέσια μουσική, χωρίς να βοηθιέται από «τάστα», έτσι, ζώντας με σοφία μέσα στην πλάση, πλοηγεί την ζωή του, με πυξίδα τις αξίες του, ξεπερνώντας κάθε δυσκολία με σωφροσύνη και καρτερία και μεταποιώντας την συννεφιά σε ηλιόκραση, με κλειδί την αγάπη.
Τι ήταν αυτό που θέλατε να εκφράσετε μέσα από τον ήχο του βιολιού και τη διαδρομή του ήρωά σας;
Πέρα απ’ την αισθητική απόλαυση, μέσω των παροξύτονων χαϊκού, που συνθέτουν αυτό το πρωτότυπο παραμύθι και ενέχουν μια μουσικότητα, αυτό ακριβώς ποθώ να μεταδώσω: Ν’ ανοίξουμε την καρδιά μας στην απαράμιλλη σοφία και ομορφιά τής φύσης, το ανεκτίμητο αυτό δώρο τού Δημιουργού και να την σεβαστούμε, για να γλυκάνει η ζωή μας, η οποία κατατρύχεται απ’ την ιλιγγιώδη ταχύτητά της. Αυτή η σοφίζουσα συνύπαρξη έχει την δύναμη να μεταμορφώσει μέσα μας την θέαση του κόσμου, με αγάπη κι ελπίδα.

