Εφτασαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο το 2018, από έναν πολίτη που, κατά δήλωσή του, τα είχε εντοπίσει τυχαία, σε έναν κάδο οικοδομικών υλικών στο Περιστέρι. Οι αρχαιολόγοι και οι συντηρητές του ιδρύματος διαπίστωσαν τότε ότι τα τέσσερα είναι αρχαία, ενώ τα άλλα δύο κίβδηλα. Φυσικά, τα φρόντισαν με τον αρμόζοντα τρόπο.
Και κάπως έτσι, τα έξι ειδώλια αιγυπτιακού πολιτισμού που παρέδωσε σήμερα η Ελλάδα στην Αίγυπτο, ως προϊόντα τεκμηριωμένης παράνομης διακίνησης, βρέθηκαν πλέον όχι τυλιγμένα χωριστά μέσα σε χαρτοσακούλα, όπως την ημέρα του εντοπισμού τους, αλλά τοποθετημένα σε ειδικό κιβώτιο μεταφοράς και προστατευμένα από υλικά -όπως ethafoam και tyvek- που τους επιτρέπουν να μεταφέρονται ομαλά και να αναπνέουν. Οι θετικές εντυπώσεις των αιγυπτιακών αρχών μετά το πέρας της τελετής παράδοσης και παραλαβής των αντικειμένων ήταν, θα λέγαμε, ολοφάνερες.


«Η σημερινή πράξη υπερβαίνει το πλαίσιο μιας τυπικής επιστροφής αρχαιοτήτων. Αποτελεί επιβεβαίωση των κοινών αξιών που μοιράζονται η Ελλάδα και η Αίγυπτος: του σεβασμού στην πολιτιστική κληρονομιά, της κοινής ευθύνης για την προστασία της από την παράνομη διακίνηση και της πεποίθησης ότι τα πολιτιστικά αγαθά πρέπει να βρίσκονται στον φυσικό και ιστορικό τους χώρο», δήλωσε στη σημερινή τελετή η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη.
Ο πρέσβης της Αιγύπτου στην Ελλάδα, Ομάρ Αμερ Γιουσέφ, έκανε λόγο για μια πράξη που επιβεβαιώνει το υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης, συνεργασίας και σεβασμού μεταξύ των δύο χωρών. «Είμαι βέβαιος», τόνισε, «ότι η σημερινή ημέρα αποτελεί ακόμη έναν σημαντικό σταθμό στην περαιτέρω ενίσχυση της στρατηγικής σχέσης μεταξύ Αιγύπτου και Ελλάδας, προς όφελος των δύο λαών και της κοινής μας πολιτιστικής κληρονομιάς».

Το ένα πήλινο ειδώλιο, χρονολογούμενο τον 1ο-2ο αιώνα μ.Χ., αναπαριστά τον θεό του αιγυπτιακού πανθέου Ωρο, που στο πλαίσιο του θρησκευτικού συγκρητισμού της εποχής απέκτησε το ελληνορωμαϊκό όνομα Αρποκράτης και απεικονίστηκε συχνά με το δάχτυλο στο ύψος του στόματος – το συγκεκριμένο ειδώλιο μοιάζει να φέρει το Κέρας της Αμάλθειας αλλά και το «νέμες», το χαρακτηριστικό φαραωνικό κάλυμμα κεφαλής.
Ενα δεύτερο ειδώλιο (1ος-2ος αι. μ.Χ.) απεικονίζει επίσης τον Αρποκράτη και έχει σπασμένο ένα τμήμα του στέμματός του. Υπάρχει επίσης ένα πήλινο, «γκροτέσκο» ανδρικό ειδώλιο (2ος-1ος αι. π.Χ.), μάλλον φαλλικής μορφής, ελλιπές ως προς τα κάτω άκρα και τον ένθετο φαλλό, καθώς και ένα αγαλματίδιο της Αφροδίτης-Ισιδας (2ος π.Χ.-2ος αι. μ.Χ.), που επίσης αποτυπώνει τον συγκρητισμό των θεοτήτων. Οι ειδικοί πιθανολογούν ότι τα αντικείμενα προέρχονται από την Αλεξάνδρεια, με ένα από αυτά να φέρει γραμμένο με μαύρο μελάνι, στην πίσω όψη του, το αραβικό όνομα της αρχαίας αιγυπτιακής πόλης Αβύδου. Και όσο για τα δύο σύγχρονα αντίγραφα, απεικονίζουν επίσης την Αφροδίτη-Ισιδα και τον Οσιρι, με το δικό του ειδώλιο να φέρει και σύγχρονο επίχρισμα.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, η τεκμηρίωση των ειδωλίων ως προϊόντων παράνομης διακίνησης απαίτησε διεθνή συνεργασία. Οταν του παραδόθηκαν, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο τα κατέγραψε στο βιβλίο εισαγωγής και ενημέρωσε τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΠΟ, τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών (ΔΤΠΠΑ) και τη Διεύθυνση Αρχαιολογικών Μουσείων, Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων (ΔΑΜΕΕΠ). Η ΔΤΠΠΑ αναζήτησε, με τη βοήθεια της Interpol, στοιχεία από τις αιγυπτιακές αρχές, λόγω ισχυρών ενδείξεων παράνομης διακίνησης των αντικειμένων. Κατόπιν της τεκμηρίωσης των αιγυπτιακών αρχών και τη διερεύνηση της υπόθεσης από τις ελληνικές εισαγγελικές αρχές η ΔΤΠΠΑ, εφαρμόζοντας τη Σύμβαση της UNESCO του 1970, εξέδωσε την άδεια εξαγωγής των αντικειμένων στην Αίγυπτο.

